Σάββατο

Σώσε το ευράκι.




Σώσε το ευράκι είναι ευκαιρία
Πως θα περπατήσει αλλιώς η κοινωνία;
Γνώρισε αυτόν που το χρήμα το ’χει
Κάνε τον παρέα όσο η τσέπη αντέχει

Μάζευε λοιπόν και ας είναι ρόγες
Μοναχά μ’ αυτά ανοίγουνε οι πόρτες
Μη κοιτάς εμένα που τα ‘χω χαμένα
Έτοιμη αγάπη έχω για σένα



Μμμ σφυρίζω
Μμμ αστυνομική σειρήνα θυμίζω

Τούτο δω το σύμπαν είναι ένα μυστήριο
Λεει η κοπέλα μες το κομμωτήριο
Μήπως ν’ αγοράσω σώβρακα και κάλτσες
Λενε οι τρακόσοι στης βουλής τις πλάτες

Μάζευε εσύ και ας είναι ρόγες
Μοναχά μ’ αυτά ανοίγουνε οι πόρτες
Μη κοιτάς εμένα που τα ‘χω χαμένα
Έτοιμη αγάπη έχω για σένα

Ωωω σφυρίζω
Μμμ αστυνομική σειρήνα θυμίζω



Τούτη δω η μέρα είπε να κυλήσει
Και στο πρόβλημα μου άφησε την λύση
Αν περνάς τον χρόνο σα να είσαι χαμένος
Μήπως είσαι εσύ εντέλει ο κολλημένος;



Τρέχουν με κουστουμιά γύρω οι ζουλούδες
Και στην Αφρική μιλούν στις πεταλούδες
Μπαίνουν στο ποτάμι εύχονται για ψάρι
Τίμια τροφή η φυλή να πάρει



Μάζευε εσύ και ας είναι ρόγες
Μοναχά μ’ αυτά ανοίγουνε οι πόρτες
Μη κοιτάς εμένα που τα ‘χω χαμένα
Έτοιμη αγάπη έχω για σένα



Μμμ σφυρίζω
Μμμ αστυνομική σειρήνα θυμίζω






Τετάρτη

Πενήντα φορές.





Είχα κατέβει στο λιμάνι για να αποχαιρετήσω τα όνειρα που ξεκίναγαν για την χώρα του φανταστικού.

Μια φορά τον χρόνο , πηγαίνω να τα χαιρετίσω κουνώντας τους το μαντίλι .

Μου αρέσει παρά πολύ να βλέπω την παλιά γαλέρα με τα λευκά πανιά που έρχεται το χάραμα από τον ορίζοντα πάνω στην κόκκινη μοβ θάλασσα για να τα πάρει και να χαθούν μαζί στο άπειρο ακολουθώντας τις σκιές και την νύχτα .

Είναι όμορφη εικόνα να βλέπεις παλιούς και χαμένους ναυτικούς να τα φορτώνουν πάνω στο πλοίο , και μετά να χάνονται και αυτοί μέσα του σηκώνοντας τις άγκυρες και τα ποτήρια με τις μπύρες τους, τραγουδώντας παλιά τραγούδια ,να χάνονται στο άπειρο σιγά, σιγά...

Είναι από τις στιγμές που με ηρεμούν και γαληνεύουν την ψυχή μου κάνοντας με να χαμογελώ ελαφρά.

Και έπειτα , ελαφρωμένος , πηγαίνω βόλτα στον εγκαταλειμμένο φάρο που ανάβει για αυτά, με ένα φως που μόνο αυτά τα πλοία βλέπουν.

Συνήθως, εκεί υπάρχει μια ψυχή απαρατήρητη , που στέκεται στην άκρη της αμμουδιάς ψαρεύοντας .

Είναι τόσο ουδέτερη και προσεκτική που έχει καταφέρει να ξεφύγει από τον χρόνο- με πολύ κόπο είναι αλήθεια -αιώνες τώρα.

Αυτόν τον ψαρά τον λένε Άλεντερ και έχει περάσει όλες τις θάλασσες αυτού του κόσμου , πια, κάθετε σε αυτή την απόμερη αμμουδιά περνώντας τον χρόνο του ψαρεύοντας και τραγουδώντας στα κύματα .
Του αρέσει να είναι κοντά στο νερό , και μετά από πολλές φορές που πήγα εκεί , πήρα την απόφαση να του μιλήσω.

Άναψα ένα τσιγάρο και τον πλησίασα .

Με το που με είδε μαζεύτηκε απότομα, και κάπως φοβισμένα .
-Μη με κάψεις! Μου είπε.

Κατάλαβα τον φόβο του και χαμογέλασα ξανά.

-Γιατί να σε κάψω;

-Γιατί όλοι με καίνε είμαι ο Άλεντερ!

-Δηλαδή; Του είπα και κάθισα απαλά δίπλα του .

-Να , μου είπε , είμαι ο Άλεντερ ,και αυτή είναι η ιστορία μου...

Γεννήθηκα στην Κάδιθ της Ανδαλουσίας το εννιακόσα ογδόντα πέντε.

Ο πατέρας μου ήταν πανδοχέας, και η μητέρα μου τραγουδούσε στην ταβέρνα τα βράδια .

Έζησα εκεί και τους βοηθούσα ως τα δέκα έξι μου ,αλλά σαν νέος το αίμα μου έβραζε όπως λέτε πια σε αυτή την εποχή και θέλοντας να γνωρίσω καινούργιους τόπους, κατατάχτηκα στο στρατό .

Ως τα δεκαοχτώ μου, όλα κυλούσαν φυσιολογικά στην ζωή μου.

Μάχες , αρπαγές , λεηλασίες, γινόντουσαν μπροστά στα μάτια μου και συμμετείχα με αρκετό ζήλο σε αυτά.

Αλλά, μια μέρα, στην πολιορκία ενος κάστρου βαρβάρων συνέβη το κακό...

Ήταν το ξημέρωμα της εικοστής μέρας της πολιορκίας ,όταν οι φυλλωσιές ανοίγουν την διαφάνεια τους στο πρώτο φως του ήλιου , που ο διοικητής μας διέταξε επίθεση.

Το κάστρο των βαρβάρων ήταν γερό και βαστούσε καλά , αλλά και μεις από κάτω είχαμε ακμαίο ηθικό και ζωντάνια στο βλέμμα...

Καθώς προσπαθούσαμε να εισβάλουμε από την πύλη οι τοξότες τους από πάνω έριχναν φλεγόμενα βέλη κατά συρροή και πολλοί από μας χάνονταν.

Τότε μια σειρά από αυτά τα βέλη κατά το μεσημέρι ,χτύπησαν και μένα , και άρπαξα φωτιά .

Λαμπάδιασα κανονικά και μέσα σε αφόρητους πόνους έπεσα από μια χαράδρα φλεγόμενος .

Το τελευταίο που θυμάμαι είναι τις κραυγές μου αναμιγμένες με των συνάδελφων μου που πολεμούσαν στο κάστρο .

Και μετά σιωπή.

Με το πρώτο φως της επόμενης μέρας άνοιξα τα μάτια μου και είδα ότι ήμουν γυμνός ανάμεσα σε άλλα πτώματα που είχαν πέσει στην χαράδρα.

Φόρεσα ρούχα και οπλισμό από αυτούς , και ανέβηκα στην ομάδα μου.

Οι άλλοι πολεμιστές με κοίταξαν παράξενα και έπειτα με αγκάλιασαν .

Νομίζαμε ότι είχες χαθεί μου λέγανε .

Άλλοι έπαιρναν όρκο ότι με είδαν να καίγομαι .

Αλλά τους είπα ότι δεν ξέρω τι έγινε .

Απλά είμαι εδώ.

Για να μη στα πολυλογώ σε εκείνη την πολιορκία που κράτησε έξι μήνες ,κάηκα τρεις φορές.

Και γύρισα άλλες τόσες .

Ήταν τόσο παράξενο που αναγκάστηκα να φύγω από το στράτευμα.

Γύρισα πίσω στην πόλη μου και έπιασα ξανά δουλειά στο πανδοχείο του πατέρα μου.

Μοιραία όμως ένας παλιός σύντροφος που με αναγνώρισε μια μέρα στην ταβέρνα άρχισε να φωνάζει ότι είμαι φάντασμα, δαιμονισμένος, και άλλα τέτοια .

Δεν ήθελε και πολύ, ήταν μεσαίωνας και οι φήμες απλώνονταν πάνω στις σκοτεινές σάρκες του κόσμου εύκολα σαν την πανούκλα ...

Έτσι , σύντομα το σούσουρο έφτασε στα αυτιά της εκκλησίας και μια λυσσαλέα νύχτα , η ιερά εξέταση με καταδίκασε στην πυρρά.

Με στήριξαν στους πάσσαλους της πλατείας και αφού με αφόρισαν με έκαψαν ζωντανό και σκόρπισαν τις στάχτες μου ενώ οι μαμάδες έσφιγγαν στο κόρφο τους τα παιδιά τους λέγοντας ότι το κακό πέρασε .

Η ιστορία μου όμως δεν το ήθελε αυτό, και έτσι , το επόμενο πρωί ξύπνησα σε ένα λιβάδι χωρίς πόνο και χωρίς ενοχές

Σηκώθηκα να γυρίσω πίσω και να βρω ρούχα αλλά αυτό αποδείχτηκε ότι δεν ήταν καλή ιδέα .

Με ξαναπιάσανε και η φωτιά και το πανηγύρι αυτή την φορά ήταν πιο μεγάλο...

Με βασάνισαν τρεις νύχτες , για να εξαγνίσουν το κακό όπως έλεγαν, και μετά με ξανά έκαψαν ζωντανό .

Εκείνο τον μήνα μόνο, με έκαψαν πέντε φορές . Και θα το έκαναν ακόμα περισσότερες , αλλά ευτυχώς για μένα , υπήρχαν ομάδες ποιητών και επιστημόνων που κινδύνευαν.

Έτσι είχαν οργανώσει μυστικές ομάδες για την προστασία τους .

Μια φορά, μετά από τα πολλά καψίματα , κατάφεραν να με βρουν πρώτοι και με φυγάδεψαν.

Πέρασα ένα διάστημα μαζί τους και έμαθα πολλά πράγματα, αλλά μου φέρονταν σαν πειραματόζωο -με έκαψαν και αυτοί κάπου δέκα φορές για να το βεβαιώσουν το φαινόμενο -και έτσι ένα βράδυ , ξέροντας πως σύντομα θα το έκαναν ξανά , αποφάσισα να δράσω πρώτος.

Όπως κοιμόντουσαν, πέρασα κρυφά σα σκιά και αφού έλουσα τον χώρο με τα εύφλεκτα χημικά τους, άναψα μια μεγάλη φωτιά.

Έπειτα πήδηξα από το παράθυρο και έκατσα να ακούω τις κραυγές τους από ένα σκοτεινό σοκάκι.

Περίεργο, κι όμως...

Μέσα από τα ουρλιαχτά τους , και παρόλο που διακήρυσσαν την αθεΐα τους , πολλοί ξεστόμιζαν προσευχές .

Άρπαξα ένα άλογο και έφυγα μακριά κάτω από το φως ενός νεογέννητου φεγγαριού .

Ήμουν πια τριανταπέντε χρονών και έλεγα πως θα με είχαν ξεχάσει.

Ήθελα να βρω το γιατί γίνεται αυτό σε μένα, και έτσι αποφάσισα να πάω να βρω την οικογένεια μου για να μάθω το γιατί.

Όταν έφτασα στην πόλη μου, είδα το πανδοχείο ερειπωμένο και χωρίς ζωή .

Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στήθος , και προχώρησα μέσα από την μισοριγμένη πόρτα.

Ανέβηκα στο δωμάτιο των δικών μου και βρήκα μόνο την μητέρα μου σε άσχημη κατάσταση και γερασμένη πια.

Με έσφιξε στην αγκαλιά της και μου είπε ότι ο πατέρας μου είχε φύγει πριν ένα χρόνο.

Ότι το πανδοχείο είχε καταστραφεί γιατί το θεωρούσαν καταραμένο ,και αφού ισορρόπησε τους λυγμούς της μου είπε...

Άλεντερ , δεν είσαι δικό μας παιδί .

Με τον πατέρα σου δεν μπορούσαμε να κάνουμε παιδια , εσένα σε βρήκαμε μετά την μεγάλη πυρκαγιά που είχε ξεσπάσει στο δάσος.

Όταν έσβησε η φωτιά, ο πατέρας σου πήγε στο δάσος να δει τι είχε μείνει , και τότε ανάμεσα στις στάχτες και τα καμένα βρήκε ένα μωρό ξαπλωμένο εκεί χωρίς να κλαίει.

Σε σήκωσε στα χέρια του και του γέλασες.

Έψαξε για συγγενείς σου στο δάσος αλλά δεν βρήκε κανέναν .

Έτσι, σε έφερε στο σπίτι και σε κάναμε παιδί μας .

Ήσουν το θαύμα μας!
Ο Άλεντερ εκείνη την στιγμή έτριψε με το χέρι του το πηγούνι του ξεφύσησε και είπε δυνατά...
Θαύμα !
Ανασήκωσε λίγο το βλέμμα του και κοίταξε τον ορίζοντα

Η παλιά παράξενη γαλέρα κυμάτιζε ακόμα και χανόταν προς τον ορίζοντα

Τον κοίταξα και τον άφησα να συνεχίσει...

Ήταν η πρώτη φορά, μου είπε , που καταλάβαινα ότι ένα θαύμα μπορεί να είναι και κατάρα, αλλά και ότι μια κατάρα να θεωρηθεί θαύμα.

Ανάσανε μια βαθιά και συνέχισε την ιστορία του.

Έφυγα σαστισμένος από κει , και δεν άργησαν να με βρουν και να με κάψουν ξανά.






Και ξανά...












Και ξανά ...










Μεσαίωνας , τι να πεις;




Τελικά ξέφυγα και έπιασα δουλειά σε ένα απομακρυσμένο πανδοχείο .

Έζησα εκεί άλλα δέκα χρόνια, αλλά ένα βράδυ καθώς πήγα να ταΐσω τα ζώα από μια απροσεξία έριξα το κερί και λαμπάδιασα τον στάβλο και το πανδοχείο.

Κάηκε ολοσχερώς και όλοι οι άνθρωποι που ήμασταν εκεί .

Αλλά το πρωί σηκώθηκα κανονικά .

Αργότερα οι κάτοικοι με βρήκαν θορυβήθηκαν με πέρασαν από ιερά εξέταση και με έκαψαν ξανά.
Τον κοίταξα χαμογελώντας και μη μπορώντας να κρατηθώ του είπα...

-Το ειχες στην μοιρα σου ε;
Μου χαμογέλασε , και συνέχισε ...

Πάνω κάτω , στα χρόνια του μεσαίωνα πρέπει να με είχαν κάψει τριάντα πέντε φορές στην ιερά εξέταση ,καμία δεκαριά οι επιστήμονες , και άλλες πέντε από άλλες αιτίες. Σιγά ,σιγά αν και φοβόμουν την θάλασσα πείρα την απόφαση και έγινα ναυτικός.
...


Κοίταξα την θάλασσα μπροστά και κατάλαβα την ανάγκη του να βρίσκεται κοντά στο νερό.

Χαμογέλαγα ελαφριά , και αυτός έριχνε το παραγάδι του στο νερό, ψιλοτραγουδώντας.

Α! Και τρεις φορές από κεραυνό !

Μου είπε σταματώντας το τραγούδι του.

Είμαι ο Άλεντερ.

Και αυτή είναι η ιστορία μου...

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει πια και κοιτάξαμε το καράβι που πέρναγε από τα παλάτια του ήλιου στις χώρες του φανταστικού .

Τα τραγούδια των ναυτικών , και τα γέλια των ονείρων θα ακούγονταν για λίγη ώρα ακόμα σημαίνοντας την επιτυχία του ταξιδιού τους .

Σιγά, σιγά το φως των αστεριών απλώθηκε στην σιωπή μας αφήνοντας μας τον ήχο της θάλασσας .

Τότε, πείρε την βάρκα του και πέρασε μέσα της .



Έμεινα να κοιτάω την θάλασσα γαληνεμένος μέχρι το ξημέρωμα .

Έπειτα, έπιασα το σκηνικό και το μάζεψα...


Θα το άπλωνα ξανά την επόμενη χρονιά .














Κυριακή

το βυζάντιο θα περιμένει ακόμα μια μέρα.



Σηκώθηκα φανατισμένος το πρωί, άπιστοι θα πεθάνετε!



Βγήκα έξω με το σπαθί και το σώβρακο.


Θα πήγαινα να ελευθερώσω το βυζάντιο, μα θυμήθηκα ότι αύριο έχει απεργία και έτσι αποφάσισα να πλακωθώ με την βιοπάλη.


Την άτιμη, τόσα χρόνια δουλεύω και ακόμα να δεχτεί την ήττα της.


Προχωρώντας κοίταξα μια βιτρίνα με εσώρουχα, μου τράβηξε την προσοχή ένα κόκκινο δαντελωτό στρινγκ που πάνω έγραφε αναδάσωση τώρα!


Κοίταξα καλύτερα την βιτρίνα και είδα από μέσα τον εαυτό μου. Πήρα φόρα και την έσπασα. η ταξιθέτρια με υποδέχτηκε ανταλλάξαμε μερικές φιλοφρονήσεις, όχι και τόσο κόσμιες και βγήκα για να συνεχίσω τον δρόμο μου.


Να δεις που τα βράδια θα κοιμάται με το αρκουδάκι της .Θα πρέπει να έχει μεγάλη αγάπη κάτω από τις είκοσι χιλιάδες λεύγες τις καρδιάς της.


Οι ταμπέλες γύρω λέγανε ότι η επανάσταση βρήκε μια νέα μέθοδο για την αποτρίχωση. Σκέφτηκα το αποτέλεσμα μαζί με το κόκκινο στρινγκ και ένοιωσα χαρά που επιτέλους είχα μια αιτία.


Μπήκα μέσα στο γραφείο ,απέναντι μου καθόταν ο άγνωστος πόλεμος. Ίσως να έφταιγα που αντί να ασχοληθώ με τον πλησίον μου, συνομιλούσα με καμία εκατοστή άτομα στο ιντερνετ. Του διάβολου πράματα... Σκέφτηκα ,θα ασχολούμουν με τον άγνωστο πόλεμο.


Έβλεπα τα βεγγαλικά και τα καπνογόνα που έσκαγαν γύρω γύρω απ το μυαλό του, σάρωσα τρία γραφεία και τον αγκάλιασα.


Στην αρχή αντιστάθηκε μα δε του έπεφτα και λίγος... Δυο μέτρα παλικάρι... Τέτοια έκπληξη είχε καιρό να πάθει είπε .


Αφού τον έσβησα τελείως , κοίταξα τα αυτοκίνητα και τους ανθρώπους τριγύρω.


Όλα μου φαίνονταν πως άλλαζαν συνεχεία σαν να συνέβαινε μια εξέλιξη διαρκή χωρίς όμως ταυτότητα.


Μόνο τα δέντρα και τα λουλούδια μου έδειχναν αγέρωχα. Άλλαζαν και αυτά μαζί μόνο που αυτά ήξεραν που πήγαιναν.


Βρε έχε χάρη που αύριο έχει απεργία, και το βυζάντιο θα περιμένει ακόμα μια μέρα.


Λες το βράδυ να έχει κανέναν αγώνα;








Παρασκευή

Πριγκίπισσα της αυγής

Μια φορά και ένα καιρό


Και ακόμα περισσότερο

Στον δρόμο για το σιδερένιο βουνό

Πέρα από την στιγμιαία άνεση και τον ιερό τόπο

Υπάρχει μια γη μυστηρίου

Που αν την δουν τα μάτια σου

Καίγονται σαν να συναντούν οξύ

Εκεί η σκιά κάλεσε την πριγκίπισσα

Και την έκλεισε σε τοίχους

Που φυλάν δράκοι

Οι δράκοι αυτοί ξερνάνε φωτιά

Σε όποιον πλησιάζει

Και την κρατούν φυλαγμένη καλά

Αυτή ουρλιάζει και από τότε

Το έλεος έχει πριγκίπισσα

Την πριγκίπισσα της αυγής



Στον πόλεμο με τους δράκους

Οι ήρωες χάνονταν

Από τον μαύρο άνθρωπο

Και τους σκοπούς του

Έστελνε τους πόνους

Και την νύχτα στην μάχη

Καβάλα σε σιδερένια άλογα

Οι ανεξίτηλοι ιερείς του

Ευλογούσαν τους σκοτεινούς δαίμονες

Και οι στρατιές τους προέλαυναν

Στις αλυσίδες του ασφαλούς

Η χήρα της χαράς

Και οι κόρες τις ελπίδας μας πρόσθεταν

Σαν σκόνη έξω από τα τοίχοι

Της πριγκίπισσας της αυγής



Τις μέρες της παράδοσης

Οι πολεμιστές είχαν σχεδόν χαθεί

Κάτω από κραυγές και ιπτάμενες φλόγες

Τα τελευταία σπαθιά πολεμούσαν

Έτοιμα για να θυσιαστούν

Και η λύπη σηκωνόταν ψηλά

Η ενοχή και η υποκρισία

Φέρναν πληροφορίες στο βασιλιά

Και η απαλότητα προσπαθούσε να διαφύγει

Από την θάλασσα

Το κακό άρχισε και την έτρωγε

Ο βασιλιάς έβλεπε οράματα

Και παρακαλούσε

Να του φέρουν πίσω

Την πριγκίπισσα της αυγής



Οι φρουροί της θλίψης

Τρυπούσαν τα τοίχοι

Αυτή κραύγαζε για έλεος

Και το έλεος είχε βασίλισσα

Την πριγκίπισσα της αυγής



Ένας χρόνος πέρασε

Στον παράδεισο και στην κόλαση

Και όταν τους περισσότερους

Τους είχε σκοτώσει η νύχτα

Ένα σκυλί ήρθε και με βρήκε

Στους τόπους της εξορίας μου

Και μου είπε

Μια φορά και ένα καιρό

Η πριγκίπισσα της αυγής

Χόρευε στα λιβάδια

Με ένα λευκό φόρεμα

Σαν νεράιδα που την αυγή

Γεννάει

Πρέπει να την σώσεις

Και ας χαθείς

Πρέπει να βρεις

Την πριγκίπισσα της αυγής
















Υ.Γ. Σορυ για τα ορθογραφικά


Είναι παλιοχαρακτήρες.

Σα και μένα

Τρίτη

Κορόνα γράμματα

.
Δουλεύεις για να πραγματοποιήσεις
.
τα όνειρα
.


σου





.
Αλλά είναι πιθανόν


.



Όταν μαζέψεις τα χρήματα
.




Να μην έχεις πια όνειρα



Δευτέρα

Ω! Τι κόσμος μαμά!

Οι πολλές ιδιαιτερότητες φτιάχνουν τις γενικότητες



Αλλά την γενικότητα την διαλύει η ιδιαιτερότητα

Σάββατο

Κατακάθι




Όταν ήμουν μικρός άκουγα τον κόσμο να συζητάει για το ποιος είναι καλλίτερος.


Μεγαλώνοντας κατάλαβα πως το καλλίτερο είναι ιδιότητα, δεν ανήκει σε κανέναν



Η αίσθηση γεννήθηκε μες το σκοτάδι και παλεύοντας να δει ανάγκασε τις σκιές να τρέξουν να κρυφτούν



Πέτυχε το γεγονός την ώρα που ετοιμαζόταν να στρώσει το κρεβάτι


Η αγάπη στα δάση της βροχής γέννησε την κόρη της ύπαρξης


Αγάπησε έναν θεό λάσπης με τέσσερα πρόσωπα της ευαισθησίας του πρωτοπόρου της χαράς και του φόβου


Ο ένας στεκόταν και της κράταγε απαλά το χέρι


Ο άλλος έστεκε επιμένοντας να της δείχνει τον δρόμο


Ο επόμενος χοροπήδαγε πάνω στους λόφους


Και ο τελευταίος περίμενε την ώρα που θα την συνάνταγε στο κρεβάτι


Έτσι έγινε η χειμερινή γυναίκα που πέταγε πέτρες στο ποτάμι


Έβαζε και τα παιδιά εκεί και τα έβλεπε να φεύγουν


Η νοσοκόμα το βράδυ της έδινε τα φάρμακα


Ο άντρας της, της αγόραζε κόκκινα παπούτσια


Οι ψαράδες της έδειχναν φρέσκα ψάρια


Και διάβαζε τα νέα κάθε πρωί


Μα δε τα έβρισκε ενδιαφέρων


Το σημάδι που είχε αποκτήσει πια ήταν βαθύ


Και έτσι άρχισε να πίνει


Στεκόταν μπρος σε μια συσκευή και σχημάτιζε αριθμούς


Αλλά στην πραγματικότητα αυτό είναι το όμορφο της ζωής


Το να μην αντέχεις την ασχήμια σου


Την πήρε λοιπόν και πήγαν στους εξοχικούς λόφους


Αυτή δε καλούσε ποτέ φίλους στο σπίτι, μόνο σκύλους


Στο σαλόνι έστεκε πάντα μια κόμπρα


Σώσε μερικά ζώα έλεγε


Τα παιδιά έξω στους δρόμους τρώγανε καραμελοτα


Και περιμένανε την εκπαίδευση να περάσει


Παίζοντας με κροτίδες και βεγγαλικά


Παίζαν ευγενικά παιχνίδια


Έτσι τους έλεγαν, έτσι έκαναν


Η συνήθεια αποφάσισε να ριζώσει, και έτσι στο λόφο μαζεύτηκαν πολλά σπίτια


Και όταν τέλειωναν τα θεάματα στέκονταν μες τη σιωπή


Και άκουγαν τους θορύβους των μηχανών


Όλα κύλαγαν στον ρυθμό τους


Που και που έκαναν και καμιά πλάκα


Αν Μεγάλωνες σε μια τέτοια γειτονία


Γύρναγες με μια κόμπρα στον ώμο και μια λεοπάρδαλη στο πλάι


Και κάποτε θα ερχόταν ο καιρός


Που από το τζάμι θα έβλεπες να περνά ο εαυτός σου



οι μαύρες σκέψεις από τις σκάλες επηφιμουν


ανεβαίνει γυρεύοντας το απόλυτο


Και οδηγούμαστε


Έτοιμοι


Στον θάνατο της ιδέας


Και όλα γίνονται σκληρά τώρα


Και μεγαλώνουν σαν την περηφάνια


Και χάνονται στο απώτερο


Σαν ναύτες του άπειρου


Λικνίζονται παλεύουν και ενώνονται


Οι λύκοι ουρλιάζουνε


Γεμάτοι ευχαρίστηση










Κυριακή

Είσαι δικιά μου δικιά μου δικιά μου .




Είσαι δικιά μου δικιά μου δικιά μου


Στους δρόμους τα χνάρια σβήνω


Κοιτάω την ζωή πάνω στα φύλλα


Και με τα χέρια μου μαζεύω την ξεφτίλα






Είσαι δικιά μου δικιά μου δικιά μου

Στην τσέπη μου σε παίρνω και σε σέρνω


Στης καφετέριας σε απλώνω το τραπέζι


Kαι καμαρώνω στους τριγύρω έχω ταίρι



Στα απορρίμματα αφήνω τις ιδέες

Την ευτυχία την καμόνω με ένα χέρι

Και το χειμώνα στο μπαλκόνι μου σε βγάζω

Για να ξέρουν ότι μόνος δε αράζω



Είσαι δικιά μου δικιά μου δικιά μου

Έλα και χάδεψε άμα θες τα κρέατα μου

Και μη μιλήσεις και κουβέντα μη μου πεις

Την ηδονή μου θέλω απόψε να γευτείς




Τίποτα δεν ήξερα για τον κόσμο

Κι αυτό το τίποτα μεγάλωνε καιρό

Θρεφόταν με οτιδήποτε στο χρόνο

Και έτσι το τίποτα έγινε εγώ




Και είναι ο κόσμος ένα τραγούδι που ματώνει

Δεν ζουν τα όνειρα μέσα απ το σκοτάδι

Και από τον ύπνο τον βαθύ ότι σ ανταμώνει

Πάντα του τρόμου σου κρατά το χάδι



Είσαι δικιά μου δικιά μου δικιά μου

Μες την κουζίνα πήγαινε και σκάσε

πλύνε τα ποτήρια κάνε μου χατίρια

Σε αγαπώ και ας μην είσαι η ίδια



Είσαι δικιά μου δικιά μου δικιά μου

Και ειν η ζωή μου ροζ αρβύλες

Και γω φαντάρος με κουστούμι που θα τρέχω

Και με τους μήνες θα πληρώνω για όσο έχω




Είμαι δικιά σου δικιά σου δικιά σου

Και θα γευτώ αφού θες την ανθρωπιά σου

Σε κουβαλάω όταν βγάζω τα σκουπίδια


Για να θυμάμαι πως δεν είμαι πια η ίδια



Είμαι δικιά σου δικιά σου δικιά σου

Πάνω στο σύνθετο αφημένη

Και στο καθρέφτη ξεχασμένη

Οι επισκέπτες όμορφη για να με βρούνε



Είμαι δικιά σου δικιά σου δικιά σου

Μέσα στην τσέπη σου ψάχνω για στοιχεία

Και άμα βρω κάτι θα σε τρελάνω στη νηστεία

Ευτυχισμένη είν η σχέση μας δεν είναι?



Όταν τα βράδια που κοιμάσαι ξαγρυπνάω

Και σε κοιτάω με τα χέρια σταυρωμένα

Κοiτα το ζώων τι αναίσθητος που είναι

Ε! γουρούνι! νοιάσου λίγο και για μένα





Την ομορφιά μου φέρνω πάντα στο σαλόνι


Και όταν με βγάζεις στο μπαλκόνι να με δούνε

Αναρωτιούνται όλοι τούτη δεν παγώνει


Και στο ψυγείο την παγωνιά μου αντιστοιχούνε






Eίναι ο κόσμος μια ζάλη στον καθρέφτη

Κουρεύεις σάλτο, λογικό μου λες πως είναι

Κοιτάς ότι είσαι μέσα σου να χτίζει

Και αντιστρέφοντας να κλίνεσαι για μήνες