Τρίτη

Παγκόσμιο εσύ ...


Ένας τρομερός ήχος, σαν σλαπ ! με έκανε να πεταχτώ από το κρεβάτι μου , και τραβώντας το μαύρο πανωφόρι μου από την συλλογή της νύχτας πετάχτηκα γρήγορα έξω...
Την ελαφριά μυρωδιά των γιασεμιών , διέκοπτε ένα υπόκωφο ωχ , ενώ η γη από κάτω ζητούσε να με μετακινήσει μοριακά για να μην κουράζομαι.
Έτσι , με έφερε μπροστά στο υπόκωφο ωχ!
Ο δημιουργός του, ήταν ένας άντρας χτυπημένος από γροθιά στο μάγουλο, γύρω στα σαράντα ,πεσμένος στην αυλή, στο δρόμο .
Τον έπιασα από το χέρι για να σηκωθεί , και τον ρώτησα τι έγινε...
Με χτύπησε η παγκοσμιοποίηση! Μου είπε...
Η παγκοσμιοποίηση; Έφτασε και δω ;
Ναι… Και είναι ανεξέλικτη , στην αρχή έμπαινε μες τα μπαρ με ξένες μουσικές, αλλοτινές. Αργότερα, έστειλε θρεμμένους τύπους να ξελογιάσουν τα κορίτσα μας .
Αγόρασε σπίτια, σε εξωτικές παραλίες και μετά, σιγά ,σιγά τάζοντας εξευγενισμό δουλειές και...
Τον διέκοψα.
Ω κακή Παγκοσμιοποίηση , και σένα; Γιατί σε χτύπησε ;
Για να με ληστέψει, για αυτό με χτύπησε , αυτό κάνει , κλέβει τον κόσμο – μου είπε καθώς τίναζε την σκόνη από πάνω του .
Αυτό είναι κακό είπα … πρέπει να την σταματήσουμε...
Μα πως;
Άκου... θα μαζέψουμε όλα τα σφιγμένα λουριά που υπάρχουν, και θα της επιτεθούμε...
Τόσα χρόνια από το Δίστομο ως τον Λαβρακα θα έχουν μαζευτεί πολλά .
Του είπα καθώς έτριβα τα χέρια μου.
Και πως θα τους πείσουμε; Με ρώτησε...
Άκουσε… Βλέπεις αυτό εδώ το κουτάκι ; Έχω μέσα το τέρας του παραλόγου αναπτύσσει από μηδέν σε εκατό παραφιλολογία πριν ο χρόνος κυλίσει θα τους πείσουμε!
Ναι ε;
Ναι... το συνάντησα πρώτη φορά στο δημοτικό ...Ήταν ένα πρωί, καθώς ο δάσκαλος άλλαζε την καραμέλα του , και μαζί και την διδασκαλία του λόγο εκλογικού αποτελέσματος ,που δεν μπόρεσα να τον παρακολουθήσω στο σκεπτικό του.

σα τον πατέρα σου , που έμαθε το δεξί, δεξί; Ε, έτσι είχα πάρει πια τον δρόμο μου και δεν γινόταν να τον αλλάξω .
Έβλεπα τα άλλα παιδάκια που πήγαιναν από κει χτυπώντας με ξύλα το ένα το κεφάλι του άλλου και τρώγοντας γλειφιτζούρια, τραγουδώντας, ανοίγοντας κάνα κεφάλι αλλά δεν μπορούσα να επακολουθήσω...Ε, τότε με βρήκε το τέρας του παραλόγου –ή πιο πριν; Δε θυμάμαι…- και αποκτήσαμε την δική μας επαφή . θα τους πείσουμε σου λέω !
Ο χτυπημένος άντρας , άνοιξε το στήθος του και κοίταξε το βιολογικό του ρολόι … κλίνοντας το στήθος του μου είπε...
Χμμμ … θα σε βοηθαγα, αλλά η ώρα μου έχει περάσει και δεν προλαβαίνω.
Έπειτα, καθώς τράβηξε την άκρη του σακακιού του, άρχισε να λιώνει και να σαπίζει.
Ε ! Περίμενε ! Περίμενε! Το ξύλο σου ! ξέχασες το ξύλο σου φώναξα .
Αλλά…Μάταια ,είχε πια αποσυντεθεί.
Μόνο το κουστούμι του είχε μένει εκεί να τον θυμίζει...
Λογικό.
Ήταν από συνθετικό.
Το τέρας του παραλόγου , το σήκωσε από τον δρόμο διπλώνοντας το , πέρασε το αριστερό χέρι του αγκαλιάζοντας με στον αριστερό ώμο μου και μου είπε...
Καλύτερα να το κρατήσουμε… με αυτή την παγκοσμιοποίηση μπορεί και να το χρειαστούμε. …





Σάββατο

Η τρύπα .





Ο όμορφος απομακρυσμένος ήλιος ροδοκοκκίνιζε τις ουράνιες ανταύγειες στα φώτα των ματιών του Κέρεθ, καθώς τα πουλιά ανέβλυζαν τις μελαγχολικές μελωδίες των πεπραγμένων χρονών μέσα στο σοφό και πένθιμο κουκούλι τους.



Απόγευμα, και η χλόη προς τα πόδια του ίδρωνε και γύρναγε τις κορυφές της προς την γη, θέλοντας να σκεπαστεί με την ταπεινότητα μετά τα ξέφρενα καμαρώματα της.


Ένα μικρό καμαρωτό κλάμα μπλέχτηκε με τις μελωδίες των πουλιών και αυτά εξερευνητικά σώπασαν στιγμιαία. Η πόρτα πίσω του άνοιξε, και η ογδοντάχρονη Μάτα στον χρονονού με την κοντόχοντρη και στητή κορμοστασιά του φώναξε ...


Κορίτσι! Η γυναίκα σου είναι καλά ...


Ένα χαμόγελο ευτυχίας ανάτειλε στα ταλεποριμενα χείλια του, και έπειτα, έφτυσε τις παλάμες του τρίβοντας τες, έπιασε το φτυάρι του το κάρφωσε με δύναμη στη γη το πάτισε δυνατά με το πόδι του να χωθεί πιο βαθιά, και έπειτα το τράβηξε απότομα βγάζοντας μια καλή φτυαριά και ανοίγοντας έναν λάκκο.
Τράβηξε ακόμα μια δυο φτυαριές μεγαλώνοντας τον και ανυπόμονα κάρφωσε το φτυάρι του στητό στη γη και έτρεξε στο σπίτι ...
Το γοερό κλάμα του νεογέννητου απλώνονταν στον χώρο, και τα πουλιά τραγουδούσαν τον επίλογο της μέρας εξασθενώντας τα τιτιβίσματα τους σιγά, σιγά ...
Μπήκε στο δωμάτιο και είδε τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα της εξαντλημένης γυναίκας του και το μωρό που ανοιγόκλεινε νευρικά τις παλάμες στου


Έκατσε στην άκρη του κρεβατιού και τις αγκάλιασε και τις δυο απλώνοντας το ένα χέρι του χαμογελώντας γεμάτος ευτυχία, και μετά σήκωσε το νεογέννητο στον αέρα και φώναξε


Μαρτίνα!


Περιστρέφοντας το κάτω από το φως των κεριών


Αγάπη μου


Είπε στην γυναίκα του φιλώντας την στο στόμα, και κάνοντας την να λάμψει από ευτυχία, κράτα την έχω δουλειά να κάνω


Ναι αγάπη μου του είπε αυτή χαμογελώντας και κοιτώντας τον γεμάτη αυταπάρνηση


Τον αγαπούσε πολύ τον Κέρεθ.


Βγήκε λοιπόν έξω μες την σιγαλιά, έφτυσε πάλι τις παλάμες του, τις έτριψε, έπιασε το φτυάρι, και άρχισε να σκάβει ...


Το ξημέρωμα η γυναίκα του έχοντας ανακτήσει κάπως τις δυνάμεις της βγήκε από το σπίτι κρατώντας το μωρό αγκαλιά
Ο Κέρεθ είχε φτιάξει μια μεγάλη τρύπα πέντε μέτρων, και αυτή αφού το θήλασε το έδωσε στον Κέρεθ που το τοποθέτησε μέσα στην τρύπα ...


Αγκαλιαστήκαν ερωτευμένοι και έστεκαν από πάνω του να το κοιτάζουν ...


Σε λίγο κι άλλοι χωρικοί τους επισκέφτηκαν, γεμάτοι χαμογελά τους αγκάλιαζαν και κοιτώντας το μωρό μέσα στην τρύπα τους εύχονταν από καρδιάς να είναι καλότυχο, ενώ η Μάτα που ειχε αναλάβει την φροντίδα του σπιτιού όσο η γυναίκα θα ήταν λεχώνα έβγαζε γλυκά, μεζέδες, και κρασί στους επισκέπτες φτιάχνοντας σιγά, σιγά μια ωραία γιορτή ...


Την Μαρτίνα την έβγαζαν από την τρύπα μόνο την ώρα που έπρεπε να την πλύνουν ή να την θηλάσουν, και ευθείς ο κερεθ κατέβαινε στην τρύπα με το φτυάρι του και την μεγάλωνε ...


Ευτυχώς, το χώμα ήταν μαλακό και γόνιμο και το βάθος της τρύπας μεγάλωνε γρήγορα ...


Μόλις τελείωνε ο θηλασμός την εναπόθεταν ξανά στην τρύπα που γινόταν όλο και πιο βαθιά ...


Πέρασαν πολλά ηλιοβασιλέματα και γιορτές, και γλέντια και κάποτε ήρθε η ώρα να την βαφτίσουν


Έτσι, μαζεύτηκαν όλοι γύρω από την τρύπα, ακλουθώντας τον παπά, τον νονό, και τον νεωκόρο και βάφτισαν το κορίτσι


Μαρτίνα ...


Μεγάλο γλέντι έγινε εκείνη την νύχτια, αλλά σε κάθε τάϊσμα του μωρού ο πατέρας της κατέβαινε και έσκαβε την τρυπά πιο βαθιά ...
Και πέρασαν χρόνια, και είχαν αφήσει στην τρυπά που ζούσε η Μαρτίνα οτιδήποτε μπορεί να χρειαζόταν
Ποδήλατα και καραμέλες, καθρέπτες και ρούχα, μουσικά κουτιά και μερικές πυγολαμπίδες ...
Και έφτασε η ώρα να μάθει γράμματα η Μαρτίνα, και ερχόταν ο δάσκαλος πάνω από την τρύπα και την διάβαζε και αυτή μελετηρή, τα έπιανε γρήγορα, και αφού τελείωνε έκανε βόλτες μέσα στην τρύπα με το ποδήλατο της


Πόσο χαρούμενη ήταν ...


Ήταν ασφαλής.


Την πρόσεχαν ο μπαμπάς και η μαμά


Και κάθε που βράδιασε πριν κοιμηθεί φώναζε από την βαθιά τρύπα που ζούσε


Σε αγαπώ μαμά!


Σε αγαπώ μπαμπά!


Και άμα δεν της απαντάγανε δεν ησύχαζε


Και κάθε τόσο, σε ένα μπάνιο σε ένα φαί η τρύπα όλο και βάθαινε, και αυτή χαρούμενη γυρνούσε μέσα της ...
Και μεγάλωσε λίγο ακόμα και άρχισε να μαθαίνει μουσική και όταν τα βράδια ο δάσκαλος έφευγε αυτή καθόταν και έπαιζε και οι πυγολαμπίδες χόρευαν γύρω της
Ήταν πολύ καλό παιδί η Μαρτίνα και σπάνια στενοχωριόταν και έλεγε στους γονείς της ότι δεν την αφήνουν να κάνει τίποτα, και ότι ήταν υπερπροστατευτικοί


Όταν έλεγε κάτι τέτοιο τους έβλεπε ότι στεναχωριόντουσαν και της έδειχναν το απύθμενο πια βάθος της τρύπας λέγοντας της κοίτα τι κάναμε για σένα Μαρτίνα και αυτή που ήταν τόσο καλή κοπέλα δεν ήθελε με τίποτα να απογοητεύσει τους ... Ανέβαινε στο ποδήλατο της και κάνοντας γύρω, γύρω και τους έλεγε σας αγαπώ


Τότε, οι γονείς από πάνω αγκαλιζόντουσαν και προχωρώντας για το σπίτι λέγανε ότι τέτοια είναι τα τερτίπια της εφηβείας ...
Ο χρόνος πέρναει, και οι γονείς της άφησαν τα κορμιά τους, και πέρασαν σε έναν άλλο κόσμο, καθώς η Μαρτίνα είχε γίνει πια μια πολύ όμορφη και νεαρή γυναίκα


Μην παίρνοντας απάντηση τα βράδια στο κάλεσμα σας αγαπώ μαμά και μπαμπά άρχισε από το τεράστιο βάθος της να κλαίει
Και ήταν μετά από κάποιο καιρό που ο Ντόσουα ο νεαρός έχοντας βγει από τον δικό του λάκκο άκουσε το κλάμα της και στάθηκε πάνω από το βαθύ πηγάδι της


Είδε τις πυγολαμπίδες που έστεκαν κοντά της και φώτιζαν την μορφή της και την ερωτεύτηκε


Άρχισε να της μιλάει, να της πηγαίνει φαγητό


Ώσπου, ένα βράδυ που είχε ξαπλώσει πλάι από το πηγάδι της και της τραγούδαγε την άκουσε να του λέει


Σε αγαπώ Ντόσουα


Έκατσε από το ξημέρωμα ως το σούρουπο και έφτιαξε ένα χορτοσχοινο


Το έδεσε σε ένα βράχο, πέταξε την άκρη μέσα στην τρύπα και άρχισε να κατεβαίνει


Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δικό της


Η Μαρτίνα φοβόταν πια να βγει


Αυτός ήθελε να ζήσει στον έξω κόσμο μαζί της


Αλλά δεν ξέρω αν βγήκαν ή έμειναν για πάντα εκεί


Βλέπεις ...


Με τον χαμό των δικών της το σπίτι είχε πια ερημώσει και οι άλλοι άνθρωποι δεν είχαν καμία δουλειά εκεί ...






Τετάρτη

Ασθένεια

Στο μικρό χωριό αναστατώθηκαν από την φωνή και κάνοντας ένα κύκλο γύρω άρχισαν να απασχολούνται σιωπηλά για λίγο με το είχε συμβεί.

Λες και ο ήχος είχε εξαντληθεί στην κραυγή


κανένας δεν μίλαγε


Τότε μια γυναίκα με ένα λιλά φόρεμα μίλησε στο μικρό θυμωμένο κορίτσι με μια ελαφριά γλύκα στην φωνή της



Τι έγινε; Την ρώτησε



Το κορίτσι με τα βαθιά μαύρα μάτια και τα κόκκινα μάγουλα σήκωσε το βλέμμα



Κάπως περιπαίχτηκα, στον αέρα μια καχυποψία πλανήθηκε ... περιπαικτικά, στον αέρα μια καχυποψία πλανήθηκε ...


Το μικρό κορίτσι άρχισε να τρέχει ξαφνικά μακριά από αυτούς και κάποιοι από το χωριό την ακολούθησαν μα μερικοί σταμάτησαν όταν μπήκε στο δάσος και κάποιοι ακολούθησαν

Άρχισε να ανεβαίνει απότομα Βράχια με σβελτάδα και ανάμεσα στα θυμάρια και στις πευκοβελόνες το λιλά φόρεμα της γυναίκας σκίστηκε και τα πόδια πληγώθηκαν.

Συνέχισε να ακολουθεί το κορίτσι χωρίς σταματημό ενώ μερικοί ακόμα σταμάτησαν και μερικοί άλλοι στραβοπάτησαν και στραμπούλιξαν τους αστράγαλους.
Στoν ήχο των φωνών τους το κορίτσι γύρισε και κοίταξε στιγμιαία και έτσι στιγμιαία φάνηκε σαν να άφησε ένα χαμόγελο .
Έδωσε ένα σάλτο πηδώντας δυο απότομα Βραχιά που σε πολλούς έκοψαν την ανάσα και πολλοί σταμάτησαν εκεί ουρλιάζοντας

Μόνο η γυναίκα με το λιλά φόρεμα πήδηξε απέναντι και συνέχισε να ακολουθεί το θυμωμένο κορίτσι .

Κάποιοι τις φώναξαν να γυρίσει γιατί άρχισε να σουρουπώνει και ήταν επικίνδυνο να μείνουν στο δασός, αλλά αυτή συνέχισε...






Η βλάστηση άρχισε να γίνεται πιο πυκνή και τα δέντρα πιο ψηλά ενώ από δω και από κει ακούγονταν ψίθυροι, βήματα, και γρυλίσματα ζώων

ώναξε στο κορίτσι αλλά μέσα στο λυκόφως είχαν εξαφανιστεί τα ίχνη και οι ήχοι του.
Άρχισε να τρομάζει καθώς η νύχτα άπλωνε τα φύλλα πάνω στον ουρανό, και προχωρώντας μέσα από το βαθύ δάσος προς τον πανικό της ένα λυγισμένο κλαδί ελευθερώθηκε σχίζοντας τον αέρα και σπάζοντας την κνήμη της

Σπάραξε πέφτοντας και ούρλιαξε ενώ ένα απόκοσμο γέλιο άγγιξε τις ψυχές των ζωών που ήταν εκεί.


Ήξεραν πια πως κάτι θα χαθεί απόψε


Η κοπέλα με το λιλά φόρεμα έστρεψε το κεφάλι της προς το μέρος που ακούστηκε το γέλιο και τότε είδε το βλέμμα του κοριτσιού να την κοιτάζει


Το κορίτσι έστρεψε και άρχισε να τρέχει ξανά μέσα στο δάσος ενώ η κοπέλα της φώναζε να σταματήσει προσπαθώντας να πάει προς το μέρος της


Χώθηκε μέσα στα κλαδιά τραβώντας και σέρνοντας το κορμί της και προσπαθώντας εδώ και εκεί να στηριχτεί


Ώρες πέρασαν και το βαθύ σκοτάδι αγκάλιασε αυτήν και την σκέψη της


Ξέσπασε σε ένα γοερό κλάμα



Βοήθ ... βοήθεια ψέλλιζε αποκαμωμένη


Και μέσα στον χαμό της ξαπλωμένη στα φύλλα και τις πέτρες, γύρισε το κεφάλι της και είδε ένα μονοπάτι και στο τέλος του ένα αχνό φως.


Η ελπίδα έλαμψε μέσα της και άρχισε να σέρνετε προς τα κει






Έσερνε το τραυματισμένο πόδι της προς το φως και σιγά, σιγά αντιλήφθηκε ότι προερχόταν από την μισάνοιχτη πόρτα ενός μικρού καλυβιού


Καθώς πλησίαζε κάτι σαν απόκοσμος θρήνος ακούγονταν στον δροσερό νυχτερινό αέρα, και όσο πλησίαζε τόσο καταλάβαινε ότι ο θρήνος προερχόταν από την καλύβα...
Κοίταξε από την μισάνοιχτη πόρτα και είδε ένα άτομο με μαύρο μανδύα να κλαίει γοερά πάνω από το φως του ενός μικρού κεριού που βρισκόταν στο πάτωμα.

-Συγγνώμη του είπε, μπορείτε να βοηθήσετε με; Έχω πληγωθεί ήρθα ως εδώ ακολουθώντας ένα κορίτσι και χτύπησα το πόδι μου. νομίζω ότι έχει σπάσει ...


Το πλάσμα έμεινε ατάραχο στην θέση του συνεχίζοντας τον θρήνο του...

Έναν θρήνο που την τάραζε ως τα βαθύ της ψυχής της αλλά από την άλλη έμοιαζε σαν να την υπνώτιζε και να την τραβάει προς το καθισμένο στο πάτωμα πλάσμα .


-Συγγνώμη σας μιλάω με ακούτε;


Είπε ενώ έχοντας πλησίαση κοντά πια το χέρι της απλώθηκε να ακουμπήσει το παράξενο πλάσμα


Μα με ακούτ; ...






Το χέρι του πλάσματος τράβηξε με μανία το δικό της ρίχνοντας την κάτω και αστραπιαία πέρασε την γλώσσα του στο στόμα της


Άρχισε να της ρουφάει την ανάσα και ένα ψύχος κατέκλυσε το είναι της ξερνώντας μέσα της ένα αστραπιαίο θυμό και μετά ένα δριμύ σκότος.


Ο μανδύας έπεσε και στα μάτια της είδε το μικρό κορίτσι.


Ήταν το τελευταίο πράγμα που είδε πριν ξεψυχήσει.

Όταν το φιλί τελείωσε το σώμα της είχε μαζέψει και λιώσει σε σημείο που δεν ήταν πια αναγνωρίσιμο.

Το κοριτσάκι άφησε το αδυνατισμένο σώμα στο πάτωμα και ξάπλωσε πλάι του άρχισε να το χαϊδεύει.


Το ξημέρωμα οι υπόλοιποι χωρικοί έφτασαν με τα όπλα τους έξω από την καλύβα αλλά δεν βρήκαν τίποτα άλλο εκτός από μια καμένη μάζα και μια άγνωστη, παράξενη και όμορφη γυναίκα .






Την ονόμασαν Κερέθ






Και την πήραν μαζί τους






Σιγά, σιγά το χωριό ερήμωσε






Ώσπου η φύση κάλυψε το μέρος που βρισκόταν το χωριό






Και κανείς δεν ξανάκουσε για αυτό













Παρασκευή