Κυριακή

Το καράβι .


Το καράβι έφτασε στον κόλπο του νησιού

Αποφάσισε να αράξει

-Όχι είπε ο ναύτης χτυπήσαμε σε ύφαλο .

Ξανά πίσω, ξανά μπρος ,πάλι τα ίδια

Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε για ένα τέταρτο και στο τέλος ο καπετάνιος είπε ...

-Α δεν είναι δουλειά αυτή ,βγείτε όλοι με τις βάρκες .

Μα πέσαν στην παλίρροια ,και έτσι άλλες βάρκες σπάζανε ,άλλοι ναύτες πνίγονταν ...

Κάποιοι κατάφεραν να βγουν .

Ο πρώτος ναύτης που βγήκε στην στεριά έφτασε στο μόνο δέντρο που υπήρχε στην στεριά .

Άπλωσε το χέρι έκοψε έναν καρπό και τον γεύτηκε .

Άλλοι ναύτες πνίγονταν στην θάλασσα και άλλοι ίσα που φτάναν στην στεριά ...

-Λοιπόν νομίζω ότι είμαι έγκυος, είπε η κοπέλα στο αγόρι κοκκινίζοντας γλυκά στα μαγούλα, τα μάτια της λάμπανε .

Ο ναύτης έτρωγε τον καρπό κοιτώντας το ροδαλό χρώμα της ανατολής και τη λάμψη του ήλιου νιώθοντας μια κατάσταση εφορείας .

Όπως και να ‘χει εδώ θα αράξω ...

Είπε .

Κοιτώντας το καράβι που έβγαινε σιγά, σιγά από τον ωκεανό, ενώ οι τελευταίοι ναύτες πήδαγαν στην θάλασσα για να φτάσουν .

Σάββατο

Aρνητικό



σήμερα αποφάσισα να βγω βόλτα με τα αρνητικά μου

βαρέθηκα τα θέλω και τα πρέπει, μου μοιάζαν σαν να έχω ένα τσουβάλι τρόπους και να περπατώ στους δρόμους
οι άνθρωποι με χαμόγελα κλειδωμένα πίσω από τα χείλια
ρυτίδες και σκόνες
εικόνες που πρέπει να δεχτώ για την ισορροπία
όσο και αν τα κουβάλαγα , έβγαινα πάντα σε ένα λιβάδι με ήλιο
γυναίκες που ποθούν
πρόγραμμα και ρούχα μορφές
θυμάμαι…
θυμάμαι καθαρά ένα βράδυ που ήμασταν μαζεμένοι φίλοι
φίλοι
όλοι φίλοι
παίζαμε μουσική και τραγούδια
και συ πόσο με γοήτευες
και να
που μια σιωπή έρχεται και τα αλλάζει όλα
παύω και γίνομαι ασήμαντο
μικρό , ανύπαρχτο
και να
που σκορπάν τα σφραγισμένα χείλη , και οι εικόνες
και παίρνουμε όλοι την μορφή μας την κανονική
και είμαστε όλοι τέρατα
με κέρατα και εξογκώματα και μυτερές λόγχες
ήταν το τέλος του πολιτισμού για μένα
η αρχή της πραγματικότητας
από τότε, χρόνια μετά ακούω για πολιτισμό , για καταστροφές για αγωνίες
μα ξέρω , είμαστε όλοι τέρατα
γατί όλοι θέλουμε να σημαίνουμε κάτι
ακόμα και με άσχημο τρόπο
με οπλές και άγρια ρουθουνίσματα
θυμάμαι τέσσερα δάκρυα
μαύρα μοναδικά
εσώτερα
ένα για το παρελθόν
ένα για την οικογένεια μου
ένα για την γιαγιά μου
δεκτά
ουδέτερα ατάραχα κύλισαν μέσα και με δυνάμωσαν
και τότε ένα ακόμα
ένα για να με ανησυχήσει
για τα δικά μου λάθη
χρόνια μετά
βγάζω βόλτα τα αρνητικά μου
αυτά που κρύβεις , και φοβάσαι
κάθομαι και παίρνω το ποτήρι στο χέρι μου
με κοιτάς
μου μιλάς
με αγαπάς

Τετάρτη

Ο Βαλτάρ και ο ιππότης που, που και που πετούσε στο χολ .




Εκείνη ήταν προβληματισμένη καιρό με αυτόν .
Είχε έρθει στο σημείο που ο κόσμος της είχε γίνει επίπεδος , και δεν μπορούσε να πετάξει .
Αισθανόταν σαν ταψί , σαν ταψί …
Τον αγαπούσε βεβαία , αλλά δεν μπορούσε πια να τον βλέπει άλλο .
Όλα ήταν εδω και καιρό ίδια ,έμοιαζε πια η εικόνα του σαν τον άντρα που σηκώνετε το πρωί ,φορώντας ένα κόκκινο παντελόνι ,πιασμένο με τιράντες πάνω στο γυμνό κορμί του ,και την κοιλιά να προεξέχει.

Τον κοιτούσε αναμαλλιασμένο από το πρωινό ξύπνημα, με ένα φλιτζάνι στο χέρι να βάζει καφέ από την καφετιέρα .
Κάθε πρωί η ίδια εικόνα ,τόσο ,που κάποια στιγμή, άρχισε να πιστεύει ότι αυτός δεν έφυγε ποτέ από εκεί ...


Ότι οι μέρες και οι νύχτες κυλούσαν ,μα αυτός ήταν πάντα εκεί αφημένος.
Στο ίδιο ξημέρωμα ...
Όχι , ήταν φανερό .
Ζούσαν σε διαφορετικούς κόσμους .
Τον κοίταξε που σηκώθηκε νωχελικά ,από το κρεβάτι τους, φόρεσε το κόκκινο παντελόνι και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα .
Για καφέ σκέφτηκε… Για καφέ…
Σηκώθηκε από το κρεβάτι , φόρεσε τις παντοφλιτσες της , την ρόμπα της , και κατευθύνθηκε αποφασιμένη προς την κουζίνα .
Την φόρεσε καλά πάνω της και την έδεσε καθώς πέρναγε ανεμίζοντας στο
χολ ...
Πραγματικά αν δεν άλλαζε κάτι δραματικά στο χρόνο που θα περνούσε το χολ , θα του έλεγε να τελειώσουν.


Και τι να άλλαζε ;

Σκέφτηκε και βημάτισε .

Αυτός, είχε ζεστάνει τον καφέ του και ρούφηξε την πρώτη τζούρα .

Εισέπνευσε τη μυρωδιά του και το άφησε να κυλίσει μέσα του, να σταθεί, να γαληνέψει, και να ανέβει στο κέντρο του μυαλού του .

Αυτό, δηλώνοντας την ιδιότητα του τον ξύπνησε .
Γιατί, όταν σου συστήνονται πραγματικά, συστήνεσαι και εσύ .
Άνοιξε διάπλατα τα μάτια του στο χώρο , και ένιωσε την παρουσία
της .

Κάτι τον ανησύχησε .

Και τότε στον κόσμο της αντίδρασης γεννήθηκε
Ο βαλτάρ το παρδαλό άλογο
Ο βαλτάρ ειχε μια ιδιετεροτιτα . Αν και έξυπνο άλογο και εκπαιδευμένο λειτουργούσε κάπως αλόγιστα
Έτρεχε μανιασμένα αλλά όταν συναντούσε
κόκκινο λουλουδάκι ,
σταματούσε ακαριαία , πετώντας τον αναβατή μακριά
Σταματαγε , το μύριζε , χλιμίντριζε και σηκωνόταν στα δυο πόδια για ώρα ρουθουνίζοντας
Μονό όταν τα ξανακούμπαγε στην γη αντιλαμβανόταν που και τι ήταν
Έπειτα κοιταγε τον αναβατή και έφευγε λίγο ντροπιασμένο και ανυπότακτο μακριά

Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε ενστικτωδώς προς το χολ , η μορφή της δεν είχε φάνει ακόμα , αλλά αυτός ένιωσε την παρουσία της , κάτι μέσα του ταρακουνήθηκε .
Ίσως από τον αναβατή του βαλτάρ που έπεσε στο έδαφος ,και την ένιωσε , ένιωσε την απόλεια της και άρχισε να κατευθύνεται προς το
χολ
Ήθελε να μοιραστεί μαζί της αυτό το ξαφνικό θαύμα που ένιωθε με τον πιο όμορφο τρόπο .


Και τότε στον τόπο της αντίδρασης εμφανίστηκε ο ιππότης του , που και που πετάει .
Έπρεπε να πάει στον τόπο των χαμένων αισθήσεων και να ελευθερώσει τον βασιλιά πριν δύσει το χολ
Βλέπεις , στον τόπο τον χαμένων αισθήσεων ο βασιλιάς κράταγε το κλειδί της ελευθερίας ,αλλά έπρεπε να φτάσει στο περάς του ορίζοντα για να ξεκλειδώσει , και από την άλλη , στον τόπο των αισθήσεων, ο βασιλιάς δενόταν πάντα με τα καλά και συμφέροντα .
Και έτσι , αν και κρατούσε το κλειδί στα χέρια, δεν μπορούσε να βγει έξω από το δωμάτιο του , γιατί, τα καλά και συμφέροντα, τον είχαν δεμένο από το πόδι, με ένα σχοινί με τον θρόνο, και του άφηναν περιθώριο μονό ένα μετρό .
Έτσι μπορούσε να κοιτάει μονό από το ανοιχτό παράθυρο τον ορίζοντα..
Ο ιππότης που, που και που πετάει κοίταξε το μέρος που ήταν , και είδε τον βαλτάρ που χλιμίντριζε πάνω από ένα
κόκκινο λουλούδι
Βαλτάρ! του είπε και έτρεξε προς το μέρος του
Την ώρα που ακούμπαγε τα πόδια του στη γη, έφτασε κοντά του και τον χάιδεψε στον λαιμό του ,έπειτα , καθώς ο ήλιος καθρέφτιζε στην γωνιά του παραθύρου ,και έστελνε τις στιγμιαίες λάμψεις του φωτός στο χολ , ο ιππότης που ,που και που πετάει, πήδηξε στην πλάτη του βαλτάρ και κρατώντας την χαίτη του φάνηκε σαν κατι να αστράφτει .

Πάμε βαλτάρ ! πρέπει να ελευθερώσουμε τον βασιλιά είπε .
Και το παρδαλό άλογο άρχισε να καλπάζει ...
Έτρεχε μανιασμένα για το οπουδήποτε .
Καθώς αυτός κινούταν προς το μέρος της, ο ιππότης που , που και που πετάει κοίταξε τον ήλιο που κορυφωνόταν στην άκρη του παραθύρου.

Δεν είχαν πολύ χρόνο. Κάλπαζαν στο βουνό της ανεμελιάς ,και απέναντι βρισκόταν το βασίλειο των αισθήσεων , αλλά για να φτάσουν έπρεπε να περάσουν την θάλασσα της απόγνωσης ,που βρισκόταν ανάμεσα σε αυτόν και εκείνη ,και αυτό δεν το είχε καταφέρει κανείς ως τώρα ...Μα, δεν είχαν άλλη επιλογή, έπρεπε να δοκιμάσουν .

Τρέχανε μπρος τον γκρεμό, όταν ο ιππότης είπε καθώς έφερνε το δόρυ του σε θέση μάχης ...
Γερά βαλτάρ ! ένα μεγάλο άλμα είναι ! το πιο δυνατό !
Κάλπαζαν προς το χείλος του γκρεμού ...
Ο βαλτάρ έβαλε όλη του την δύναμη .
Δεν ήξερε για που , δεν ήξερε γιατί , μα τα είχε δώσει όλα ...
Οι εικόνες, πέρναγαν φθείροντας την υλη τους μπροστά στα μάτια του ,και τότε την τελευταία στιγμή στο χείλος του γκρεμού αντιλήφθηκε κάτι
κόκκινο.
Όσο χεριάζετε ,ο αετός γιανά αντιληφτεί το θήραμα του , τόσο χρειάστηκε ο βαλτάρ, να συνειδητοποιήσει την εικόνα μέσα στην έξαψη του .
Είδε !
Ένα
κόκκινο λουλούδι
Σαν αστραπή, φρέναρε ρίχνοντας το σώμα του μπροστά, και σηκώνοντας τα πισινά του πόδια εκτοξεύοντας τον ιππότη που, που και που πετάει πάνω από την θάλασσα της απόγνωσης ...
Ένας
γλάρος που πετούσε στάθηκε παραξενεμένος καθώς έβλεπε τον ιππότη να πετάει προς την χώρα των αισθήσεων .
Ενώ τα μάτια αυτού συνάντησαν τα δικά της ,που είχε φτάσει στην μέση του χολ κλείνοντας την μισάνοιχτη ρόμπα της ...
Κοντοσταθήκαν και έπεσαν βλέμμα με βλέμμα ...
Ήταν η ακριβής στιγμή ,που ο ιππότης που πέταγε έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο κρατώντας παρατεταμένο το δόρυ του στο κάστρο του βασιλιά .
Καθώς το δόρυ του ιππότη κάρφωσε το σχοινί που έδενε τον βασιλιά κόβοντας το
Και με το πρώτο βήμα που έκανε ο βασιλιάς
...Την αγκάλιασε
Την σήκωσε στα χέρια του ,και καθώς ο βασιλιάς έβγαινε από το δωμάτιο ,αυτός έμπαινε στο υπνοδωμάτιο λέγοντας της γλυκόλογα .

Και την ώρα που την άφηνε απαλά στο κρεβάτι ανοίγοντας την ρόμπα της, ο βασιλιάς ξεκλείδωνε με το κλειδί της ελευθερίας, τις κλειδωμένες αισθήσεις στο τέλος του ορίζοντα .
Ο βαλτάρ ,κοίταξε την θάλασσα της απόγνωσης να εξαφανίζεται ,και το βουνό της ανεμελιάς να ενώνεται με την χώρα την αισθήσεων ,και πέρασε στο παλάτι
Στάθηκε διπλά στον ιππότη που ,που και που πετάει και τον έσπρωξε με την μουσούδα του στον ώμο .
Αυτός έχοντας σηκωθεί ,το χάιδεψε απαλά στο πρόσωπο και κοίταξε τον βασιλιά ...
Τους χαμογέλασε, και τους έδειξε τον ορίζοντα .
Είμαστε ελεύθεροι είπε .
Θα πρέπει να ήταν η ώρα που τα κορμιά φλόγιζαν ,όταν ο ιππότης και ο βαλτάρ βγήκαν από το παλάτι και χαθήκαν από το μονοπάτι στο
ροδοκόκκινο
χρώμα του ουρανού.

Κάποιοι είπαν πως τράβηξαν για άλλες περιπέτειες .

Άλλοι, ότι ζούσαν στον λόφο με τα κόκκινα λουλούδια ευτυχισμένοι .

Και κάποιοι ακόμα , λένε, ότι καμία φόρα, άμα βρεθείς στο χολ και σιωπήσεις τα απογεύματα, μπορείς να ακούσεις τα χλιμιντρίσματα του βαλτάρ και τα τραγούδια του ιππότη…



Τρίτη

saiko surprise mpar.


Ο πελάτης μπήκε μέσα στο μπαρ

Ω! τι έκπληξη είπε ο μπάρμαν

Δείχνοντας την έκπληξη του

Και ο πελάτης στάθηκε έκπληκτος στην διαπίστωση

Ένας πελάτης που καθότανε στην μπάρα παρατήρησε έκπληκτος την αντίδραση τους

Ενώ ένας άλλος έστρεψε το κεφάλι έκπληκτος για να δει την σκηνή

Την ένιωσα να ταξιδεύει μπρος τα έκπληκτα μάτια μου
καθώς σκεφτόμουν

Πόσους ακόμα θα άφηνε έκπληκτους ;

Σάββατο

Κόκκινο βράδυ


Τα λόγια πέφτουν σα καλύβες που ήρθαν να προσμένουν το μέλλον
Πίσω απ το τζάμι κεραυνός
Τα χέρια χουφτώνουν τα μπούτια και τα χείλια στάζουν αίμα
Η αγάπη σε τρία τέταρτα
Ένα μανταρίνι στην ατμόσφαιρα
Και βήματα που γυρνάν την πλάτη τους και φεύγοντας φοράνε αλυσίδες Παρελθόν παρόν μέλλον
Στη σέσουλα τα Σάββατα και η μοναξιά έξω από τα λούνα παρκ
Μπλέκεται το γέλιο σου στην ατμόσφαιρα μαζί με τα ψέματα
Πέντε πολίτες χτυπούν την ευκαιρία στην αγορά
Περπατάς στο φαρδύ δρόμο μόνος σου
Γιατί δεν υπάρχουν πια άνθρωποι
Πήραν το καράβι που τους έταζε το ταξίδι στην αιωνία αγάπη
Και έφυγαν
Οι λύκοι ουρλιάζουν στο φεγγάρι
Ο άνεμος σου φυσά στο πρόσωπο
Η λύπη κλαίει στο φως του στύλου
Και η μοναξιά μαζεύεται στεναχωρημένη ,γιατί λες πως δε σου αρέσει
Η μάσκα του θεού γελά
Στο ποτάμι χιλιάδες κάβουρες μαζεύουν την αντανάκλαση των πρόσωπων που αφηρημένα κείτονται
Στον ουρανό τα σαλιγκάρια προχωρούν αργά προς το μέλλον
.

Κυριακή

Το τέρας .



Στο πύργο της ευγένειας , το τέρας άνοιξε την πόρτα και υποδέχτηκε τον επισκέπτη .
Φόραγε ένα ριγέ πράσινο σακάκι, και στο αριστερό του χέρι -που είχε λυγισμένο- έξεχε μια τεράστια μανσέτα , που άνοιγε παραλληλόγραμμα, και γυρισμένη όπως ήταν κάλυπτε το χέρι του ως τον αγκώνα.
Επικράτησε ένα διάστημα σιωπής -ώσπου να επιστρέψει η ζωή του επισκέπτη στο σώμα- και αφού σταμάτησε η ταραχή του το τέρας του είπε .
-Περάστε !
Ο επισκέπτης, πέρασε μέσα , άφησε τις βαλίτσες του στο πάτωμα, και κοίταξε το χώρο.
Από δυο αδαμάντινα σιντριβάνια σε σχήμα κρίνων κυλούσε ο χαρακτήρας του κόσμου και ακουμπώντας τον ουρανό έφτιαχναν το πάτωμα του πύργου .
Ενώ ένας αναρριχώμενος κισσός ευθεία μπροστά ,έφτιαχνε στην κορυφή του το φως του κόσμου, και με κάποια απαλά κλωνάρια του ζωγράφιζε το περίγραμμα του πύργου.
Το τέρας πήρε τις βαλίτσες , και την καμπαρτίνα του επισκέπτη, και ρωτώντας ευγενικά αν θέλει να το ακολουθήσει ,κατευθύνθηκε προς την συννεφένια σκάλα, άνοιξε την ροζ πόρτα ,και πέρασε μέσα .
Ο επισκέπτης ξαφνιασμένος για άλλη μια, κοντοστάθηκε , και έπειτα ακολούθησε το τέρας.
Ανέβηκε στην σκάλα - ούτε που το φανταζόταν ότι μπορούσε να είναι τόσο ανάλαφρος - και βγήκε σε ένα συννεφένιο μπαλκόνι , που ο κισσός έγραφε το περίγραμμα του και έφτιαχνε με τα κλαδιά του το περίβλημα του μπαλκονιού .
Το τέρας στέκοταν πάνω από ένα διάφανο τραπέζι που έμοιαζε να ορίζετε με μικρές ψιχαλιστές στάλες , και σέρβιρε σε δυο πορφυρές κούπες ένα αχνιστό ρόφημα, ενώ γύρω αναδυόταν μια ευχάριστη μυρωδιά .
Ο επισκέπτης κάθισε στο τραπέζι και πήρε την μια κούπα στο χέρι του , ενώ από τα σύννεφα διάφορα πουλιά αφήναν το ανέμελο κελαΐδισμα τους στο χώρο .
Το τέρας τον κοίταξε με επιείκεια, και υστέρα έφυγε από τον χώρο .
Ο επισκέπτης ήταν χαρούμενος .
Αισθανόταν ανάλαφρος , και σε λίγο θα γνώριζε την ευγένεια.
Ένα πλατύ χαμόγελο ανέβηκε στα χείλια του , και αφέθηκε στην εφορεία του αχνιστού ροφήματος , και στα κελαϊδίσματα των πουλιών .
Αφέθηκε τόσο που τα πάντα γύρω κυριάρχησαν πάνω του.
Πλυμμήρισε, και μαγεύτηκε από αυτά
Και έμεινε εκεί , και όσο έμενε, τόσο γέμιζε ...
Και γέμιζε , και γέμιζε , ως εκεί, που δεν βάσταγε άλλο .
Και ένιωσε μια μικρή σκόνη να κατακάθεται πάνω του ...
Έπιασε το ρόφημα και είχε παγώσει, ενώ μικρά σκουλήκια γυρνούσαν μέσα στην κούπα του , και στην άλλη κούπα την είχανε πλημμυρίσει .
Πρέπει να είχε περάσει πολύς χρόνος .
Σηκώθηκε τρομαγμένος , και άρχισε να τινάζει την σκόνη από πάνω του .
Από το τίναγμα του τα πουλιά σταμάτησαν το κελαΐδισμα και πετάξαν μακριά.
Κοίταξε πέρα στον ορίζοντα, και ήταν τελείως μόνος .
Γύρισε και κοίταξε προς την σκάλα , όσος χρόνος και να είχε περάσει η ευγένεια δεν είχε έρθει να τον συναντήσει .
Αυτόν! Που είχε κάνει τόσο δρόμο για να φτάσει ως εκεί.
Άρχισε να τρέχει φρενιασμένα μπρος τα σκαλιά και να τινάζει την σκόνη από πάνω του.
Κατέβηκε τα συννεφένια σκαλοπάτια, και έφτασε τρέχοντας στο αδαμάντινο πάτωμα.
Άρπαξε γλιστρώντας την καμπαρντίνα του που στεκότανε στην άκρη ενός φεγγαριού , και ούτε που κοίταξε για τις βαλίτσες του.
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω .
Περπάτησε πάνω στο φεγγαρόφως και γύρισε στην γη .
Μπήκε στο σπίτι του .
Και έτρεξε τρομαγμένος στο δωμάτιο του .
Έκατσε στην άκρη του κρεβατιού του , και άρχισε να κουνάει το σώμα του ρυθμικά μπρος πίσω.
Αισθανόταν ντροπιασμένος , η ευγένεια δεν ήρθε να τον συναντήσει
Από τότε , ο επισκέπτης δεν ξαναμίλησε για αυτό.
Δεν πίστευε πια στην ευγένεια .
Ή μάλλον , πίστευε πως η ευγένεια είναι ένα τέρας …