Παρασκευή

η αμοιβή σου


Έλα, εδώ στην άκρη


Που τα σκουλήκια


Στα σκουπίδια


Κάνουν πάρτι



Μες την βρωμιά


αντανακλούνε


Και σου φωνάζουν


δυνατά το ότι ζούνε




Στους υπονόμους


τραβά και Ρώτα


Ρώτα τη γλίτσα που εκεί


πέρασε πρώτα




Πλάσου


ξανά με λάσπη


Θα σε στεγνώσει ο ήλιος


και θα βγει το αλάτι



Μα να θυμάσαι


σ’ αυτό τον κόσμο


ήρθες μικρόβιο


απόκοσμο και μόνο



Και αντανακλάται


μες την ζωή σου


μες τον μικρό σου


βίο τούτη ειν’ αρχή σου



η αμοιβή σου ...

Δευτέρα

Λάθος κόσμος



Ξύπνησα το πρωί και κατάλαβα πως ήμουν στον λάθος κόσμο.

Πήγα να πατήσω το πλακάκι και μου είπε ...


Λάθος πλακάκι!


Έβαλα λίγη ένταση και λίγο άγχος σε δυο σακουλές

Και βγήκα να τις πετάξω στα σκουπίδια

Ο γείτονας με πλησίασε δυστροπώντας

-Μη ! Εδώ βάζουμε την βλακεία , εντάσεις και άγχη τα πηγαίνουμε στην πόλη

-Μα και τι να κάνω; να κουβαλάω την ένταση μου και το άγχος μου μέσα στην πόλη;

-Ε τι να γίνει ,αποτελέσματα του συστήματος, όλοι αυτό κάνουμε

-Κάτι έχω καταλάβει...

Έτσι καβάλησα το τίποτα πάτησα γκάζι στην ανυπαρξία και βρέθηκα στα ντουβάρια αυτού του κόσμου.


Ωραία ντουβάρια , ψηλά !

Οι άνθρωποι στην πόλη παίρνανε χρώμα από τους γκρίζους τοίχους και βαφόντουσαν με αυτό , ήταν άλλη μια απόφαση του συστήματος για να υπάρχει αρμονία .

-Συγγνώμη μήπως ξέρεται που μπορώ να αφήσω δυο σακούλες με λίγο άγχος και λίγη ένταση; Ρώτησα έναν περαστικό

-Παρακρατικός είσαι ; μου απάντησε

-Εντάξει τις έχω παρακρατήσει ώρα τις σακουλές, αλλά δεν το είχα σκεφτεί έτσι...

-Να πας στην εκκλησία παιδάκι μου είπε μια γιαγιά που πέρναγε από κει

- Για ψώνια, για ψώνια μου είπε μια χαμογελαστή κοπελιά

-Να πας να γαμήσεις ρε ένας τύπος βαρύς

-Πιες μια κόκα ρε μια πρέζα, γίνονται όλα, ένας άλλος

Χμμμ... Tα φρικιά είχανε βαρύνει στο χέρι μου και έτσι αποφάσισα να τα δοκιμάσω όλα.

Μπήκα στην εκκλησία άρχισαν να με κοιτάνε περίεργα γιατί δεν αγόρασα κερί δεν φίλησα εικόνες και εντάξει, δεν έχω και την πιο καλή συμπεριφορά έτσι έφυγα από κει.

Πήγα για ψώνια, διάλεξα ένα μπλουζάκι μα στο ταμείο, μου ζητάγανε επίμονα λεφτά και αφού δεν είχα το άφησα και έφυγα.

Μπήκα στο μπουρδελο να γαμήσω , σαν κοινωνική πρόσφορα,μα η τσατσά επέμενε για εικοσαευρο

-Δεν έχω φράγκα καρδιά μου

-Ουστ από δω αλήτη ...

Έτσι έμεινα με τον έμπορο

-Θα μου δώσεις μια φτιάξη;

-Λεφτά έχεις;

-Έχω δυο σακούλες με άγχος και ένταση τις θες;

-Φύγε από δω τώρα !

Έτσι έμεινα μετέωρος...

Κουράστηκα να κρατάω τις σακουλές και τις άφησα στο έδαφος.

Οι σακουλές λύθηκαν, και τα φρικιά άρχισαν να σκανε μούρη στο κόσμο, χοροπιδιξαν στο απέναντι τοίχο και κοιτώντας κατακόρυφα τον δρόμο, και πήδηξαν στον πρώτο περαστικό που περνούσε, να βλέπατε πως αντέδρασε...

Μια κόκκινη γλύκα αναδύθηκε από το πρόσωπο του...
Γλύκα, που κοκκίνισε στα μαγούλα, και στα μάτια του άνοιξε μαγαζί η αγάπη.

Θα ερωτευόταν όπου να ήταν.

Κοίτα να δεις...

Όλη την μέρα έψαχνα που να αφήσω τα φρικιά, και τελικά έπρεπε να τα αφήσω ελεύθερα να βρουν τον δρόμο τους …

Το είπα από την αρχή .

Λάθος κόσμος .

Παρασκευή

Το δέντρο της ζωής


Σε έναν πλανήτη μακρινό υπήρχε μια χώρα, που έμοιαζε πολύ με την δική μας χώρα. Στο κέντρο της χώρας υπήρχε μια χουρμαδιά. Οι πολίτες της χώρας είχαν πολλά δέντρα, ελιές, φιστικιές, βελανιδιές, αλλά χουρμαδιά δεν είχαν ξαναδεί. Έτσι μες την σοφία και την αφέλεια τους αποφάσισαν να το ονομάσουν το δέντρο της ζωής.
Το περιστοίχισαν με δώρα και έκαναν τελετές κάθε φορά που άφηνε καρπούς. Τους καρπούς τους έτρωγε μόνο ο βασιλιάς, ο οποίος θεωρούταν ο σοφότερος όλων. Έπαιρνε όλες της αποφάσεις και κανείς δε διαφωνούσε με αυτές, γιατί αλλιώς τον έκαναν πρόσφορα στο δέντρο της ζωής.
Μα μια μέρα συνέβη το κακό .

Ένα πουλί έχτισε την φωλιά του πάνω στο δέντρο της ζωής αυτό δεν επιτρεπόταν, δεν επιτρεπόταν σε κανέναν να ακουμπήσει τα φύλλα του δέντρου εκτός από τον βασιλιά. Έτσι, ο βασιλιάς αποφάσισε να βάλει μια σκάλα να ανέβει και να παει να το διώξει. Μα έπρεπε να προσέχει γιατί είχε βαρύνει τα τελευταία χρόνια και το πουλί είχε χτίση ψηλά την φωλιά του. Άρχισε να ανεβαίνει μα καθώς πλησίαζε στο πουλί, η κάπα του μπλέχτηκε στα ποδιά του παραπάτησε και έπεσε.
Στη πρόσκρουση το στέμμα καρφώθηκε στο κρανίο του και έφερε το μοιραίο.
Οι πολίτες μαζεύτηκαν γύρω του.
-Ο βασιλιάς απεβίωσε .

-Και τώρα ;

Ένας μεθυσμένος που βγήκε απ την ταβέρνα φώναξε...

-Ο βασιλιάς απεβίωσε ζήτω ο βασιλιάς!
Κοίταξαν όλοι τον μεθυσμένο που έδειχνε το πούλι στο δέντρο ,ήταν το μόνο που το ακούμπαγε .
Με μια κίνηση βγαλμένη μέσα από θεατρική παράσταση κοιτάχτηκαν όλοι αναμεταξύ τους γονάτισαν και αναφώνησαν .

-Ζήτω ο βασιλιάς!

Το πούλι έκανε...

-τσιου

Και αμέσως φέρανε τροβαδούρους με κιθάρες , φλάουτα, κρασί, και φρούτα και άρχισαν ένα γλέντι προς τιμή του νέου βασιλιά. Σημασία δεν είχαν τα πρόσωπα μα οι θεσμοί . Μέσα στο γλέντι οι νέοι άρχισαν να πειράζουν και να αρπάζουν τις νέες που έφερναν το κρασί, γλεντώντας μαζί τους και τις τράβαγαν στα δάση για ερωτικές περιπτύξεις.
Στις άκρες των ποταμιών άκουγες αναφιλητά και γέλια και από τότε ονομάστηκαν ο λαός της αγάπης. Οι φαντάροι πέταξαν τα όπλα τους και άρχισαν να συμμετάσχουν και αυτοί στην γιορτή. Το γλέντι κράτησε δυο μέρες και οι άνθρωποι άρχισαν να περπατάν πιο ανάλαφρα ...

-τσιου τσιου

Έκανε το πουλί πάνω στο δέντρο, και αμέσως οι άνθρωποι άρχισαν να φτιάχνουν μια πιο κελαηδηστή γλώσσα με σκοπό να καταλάβουν τις εντολές του νέου βασιλιά.

Τσιου κάνανε οι κοπελιές στα αγόρια. Τσιου και τα αγόρια τσιου λέγανε για καλημέρα τσιου όταν θέλανε φιλί. Αν και μπορείς να πεις πως η γλώσσα τους είχε γίνει κάπως μονότονη συνεννοούνταν μια χαρά και τους έβγαζε πάντα ένα χαμόγελο.
Έπειτα καθόντουσαν στις άκρες των ποταμών και κοιτούσανε τα αστερία . Ζούσαν, ζούνε και θα ζούνε έτσι για πολλά χρόνια. Μοιραία είναι ένας πλανήτης που δεν αναπτύχθηκε τεχνολογικά .Έτσι δεν θα μάθουμε ποτέ για αυτόν αν και ο μύθος λεει, πως τα πουλιά του πλανήτη μας τον τραγουδάνε καμιά φορά . Τσιου λοιπόν .

Δευτέρα

δες το τουλάχιστον θετικά.


Η αρκούδα είχε μόλις ξυπνήσει από την χειμερία νάρκη της.


Έσυρε το βαριεστημένο σώμα της έξω από την σπηλιά ,
και άρχισε να κουνάει τον μεγάλο τριχωτό πισινό της.


Πάνω κάτω, πάνω κάτω ,έπειτα σταμάτησε για λίγο ,
και άρχισε να τον κουνάει κυκλικά ,
πρώτα αριστερόστροφα και μετά δεξιόστροφα,


σαν να ήθελε να απελευθερώσει την εγκλωβισμένη από την νάρκη της ενέργεια της.


Κοίταξε το ποτάμι που θρεφότανε, έκατσε μπροστά του


σε ορθογώνια στάση, και άρχισε να παίζει με το χιόνι...


Ο ανοιξιάτικος ήλιος της ζέσταινε το μέτωπο, και το μόνο που ήθελε ήταν να τραγουδάει ...


Έτσι άρχισε...


-ΡΡΡΡΟΟΑΑΡΡ ΑΡΓΚΟΥ ΡΟΑΑΑΡΡΡΡΡ!!!!


Τα έντομα και τα πούλια του δασούς γύρω αποφάσισαν να την συνοδεύσουν.


-Τιπι τιπι τιπι !!!


- Τσιου!!!


- ΡΟΟΟΑΑΑΑΡΡΡ ΑΡΓΚΑ !!!!


-Τιπι τιπι !!!


Τα υπόλοιπα ζώα του δάσους βγήκαν απ τις φωλιές τους αρχίζοντας
τις καθημερνές δραστηριότητες τους .


Ο αέρας θροΐζε γλυκά πάνω στης κορφές τον δέντρων και σιγά ,σιγά...


ο ήλιος ξεπρόβαλε αφήνοντας μια γαλήνια , και όμορφη, μέρα .

Παρασκευή

Η ιστορία του Παρσουάμι


Πέρα από τον αστερισμό του αιγόκερου και στρέφοντας στην τροχιά του πλανήτη ουρανού , υπάρχει ένα σύμπλεγμα από αστρικά νησιά τα οποία φωτίζουν σαν ήλιοι μία μεγάλη σελήνη .

Οι αποστάσεις τους και οι ροές τους δημιούργησαν τις πρώτες βροχές οι οποίες αφού κάλυψαν την επιφάνεια της βρήκαν την ισορροπία της και με τον καιρό σχημάτισαν πάνω της μεγάλες εκτάσεις, ποτάμια, βουνά , και νησιά και σιγά, σιγά δημιουργήθηκε η ζωή .

Αυτό, έφερε στον κόσμο της ένα είδος που έμοιαζε με το δικό μας , αλλά, δεν είμαστε εμείς .

Το δέρμα τους έμοιαζε με την αφή των λουλουδιών , και η φωνή τους ήταν πιο κρυστάλλινη .

Με τον καιρό έφτιαξαν ένα κόσμο πιο αρμονικό από τον δικό μας και μεγάλη έφεση στην μουσική , ζούσαν σε μικρές πολιτείες και αν και τα σπίτια έμοιαζαν σαν τις καλύβες με πέτρες και ξύλο που συναντάς στα βουνά εντούτοις είχαν ανεπτυγμένο πολύ τεχνολογικό εξοπλισμό.

Ωστόσο σαν είδος , και αφού δεν γνώριζαν την αιτία της αρχής του σύμπαντος και από που προερχόντουσαν , είχαν τις δικές τους δεισιδαιμονίες .

Εκεί στα βουνά της οροσειράς Μαντούρα στην κορφή τους όρους Λαεθεάρνη η Μαρσούπι ήταν έτοιμη να γεννήσει και ο γιατρός ήταν από πάνω της έτοιμος να την βοηθήσει.Σπρώξε Μαρσούπι σπρώξεΈλεγε καθώς την άκουγε να φωνάζει , να ξεφυσάει να τεντώνεται , να ανασαίνειΤο παιδί άρχισε να ξεπροβάλει από μέσα της , τα χέρια του γιατρού το έπιασαν τρυφερά βοηθώντας το να βγαίνει και αφού βγήκε το σήκωσε ψηλά απαλά και τρυφερά , και μόνο όταν είδε το όλο του το συναίσθημα των χεριών του άλλαξε σε φρίκη.

Ω ! θεέ μου

Είπε αποστρέφοντας το βλέμμα του

Η σκιά του !

Το έδειξε στην μανά και το ακούμπησε απαλά δίπλα της τρομοκρατημένος

Η μητέρα το κοίταξε και στρίγκλισε διαπερνόντας την νύχτα.

Ο μικρός Παρσουάμι είχε γεννηθεί .

Οι Νεράλιανοι, έτσι ήταν το όνομα του είδους που ζει εκεί είχαν και πολλές διαφορές από εμάς εκτός από ομοιότητες .

Σε αυτό συνέβαλε ότι οι μικροί ήλιοι που γυρνούσαν εκεί τους φώτιζαν ολόκληρους συχνότερα από ότι εμάς ο ήλιος και από διαφορετικές θέσεις κάνοντας τους πιο ανάλαφρους .

Μπορούσαν να κάνουν μεγάλα άλματα που στον κόσμο μας θα έμοιαζαν σαν να πετάνε και όταν προχώραγαν τα βήματα τους έμοιαζαν σαν να περπατάνε στον αέρα.

Μα αυτό που είχε ο Παρσουάμι δεν το χαν ξανά δει

Η σκιά του ήταν φως.

Στα πρώτα του παιδικά χρόνια όταν έβγαινε χαρούμενος στο χωριό του να παίξει με τα άλλα παιδάκια , αυτά πέταγαν της μπάλες τους και έτρεχαν πανικόβλητα φωνάζοντας τρομαγμένα.

Βλέπεις στον πολιτισμό τους ο Παρσουάμι ήταν κάτι άγνωστο και επειδή μοιάζαμε έβλεπαν και αυτοί το άγνωστο είτε σαν κάτι τερατώδες είτε σαν κάτι θεϊκό .

Ποτέ ίσο .

Μεγαλώνοντας, ο Παρσουάμι έδειξε ενδιαφέροντα ,και ήταν φανερό ότι ήταν ένα έξυπνο και καλοκάγαθο παιδί με διαφορετική αντίληψη , αλλά αυτή η διαφορετικότητα του, του δημιουργούσε προβλήματα.

Στον πολιτισμό τους οι Νεράλιανοι, αν και προσπαθούσαν να αφομοιώνουν όλα τα στοιχεία που υπήρχαν στον κόσμο τους , είχαν άρχοντες και αφεντάδες, και η εργασία δεν μοιραζόταν από την ατόφια φύση ,αλλά από τα συμφέροντα του ανώτερου ,και έτσι παρόλη την ευστροφία του, έβρισκε πιο εύκολα δουλειά σε τσίρκο παρά βάση των γνώσεων του .

Πολλές φορές , από παιδί τον πετροβολούσαν και φώναζαν

το τέρας το τέρας.

Kαι αυτός τις ζεστές μέρες του χρόνου αν ξεχνιόταν ακίνητος σε κανένα λιβάδι, υπήρχε ο κίνδυνος να βάλει φωτιά και να κάψει τα χώρια .

Έτσι μοιραία οι άνθρωποι τον αποστρέφονταν .

Στα δεκαεφτά του και αφού είχε ερωτευτεί την κόρη του φούρναρη που τον αποστρεφόταν, γιατί του έλεγε συνέχεια ότι δεν είσαι δικό μας , ξεχάσθηκε σε ένα τέτοιο λιβάδι , και έκατσε και την σκεφτόταν .

Την έφερνε καθαρά στο μυαλό του την ώρα που την ένιωθε πιο κοντά του , που αυτή έστρεφε το βλέμμα της , σκάλιζε στους δείχτες του χεριού της τα νύχια , και του έλεγε...


Είσαι άρρωστο .

Καθότανε εκεί έφερνε την εικόνα ξανά και ξανά καθάρια και ζωντανά ώσπου απορροφήθηκε για ώρες .

Η ζέστα και η επίμονη των στοιχείων για αλλαγή μαζί με την σκιά και τον πόθο του άναψαν μια εστία που καθώς αυτός ήταν απορροφημένος αυτή εξαπλώθηκε.

Οι χορικοί βγήκαν τρομοκρατημένοι να σταματήσουν τις φλόγες και τρομαγμένοι φώναζαν ...

Το τέρας το τέρας !
Αφού νικήσαν τις φλόγες τον κυνήγησαν και ο Παρσουάμι αέρινος καθώς ήταν άρχισε να τους ξεφεύγει.

Έτρεχε πιο γρήγορα από όλους και τραγουδούσε τέλεια μαγεύοντας τους, αλλά τα βράδια έπρεπε να προσέχει .

Το κυνηγητό του κράτησε καιρό ανάλογο με την απόγνωση του και μόνο όταν ξέφυγε σε τόπους δύσβατους και άγνωστους και εναρμονίσθηκε με αυτούς ξανά συνάντησε την ηρεμία την θαλπωρή, και την σιωπή που τον χαρακτήριζε.

Βράδια που ο ίδιος φώτιζε , και μέρες όπου έπρεπε να προσέχει πέρασαν από το είναι του μα μια μέρα το υπέροχο στάθηκε μπροστά του.

Είχε μάθει αρμονικά να ζει εκτός πολιτισμού ,να σέβεται τα άλλα ζώα που ζούσαν ολόγυρα, να κυνηγάει, και παράλληλα η μουρμούρα του είναι του, από τις εμπειρίες του πολιτισμού, να ηρεμεί παρόλο που το παράπονο της ήταν ότι ήταν απλησίαστος.

Και έτσι μια μέρα που καθόταν σε στάση διαλογισμού μπορείς να πεις ανάμεσα από το τίποτα και το τι μπορεί να υπάρχει γύρω ,απορροφημένος από τα τιτιβίσματα των πουλιών ,ένα λιοντάρι πλησίασε , και άραξε στο σημείο που έπεφτε η φωτεινή σκιά του .

Σύντομα , δυο πέρδικες πλησίασαν το φωτεινό σημείο χωρίς να αναστατώσουν τον Παρσουάμι και το λιοντάρι, και ένα ελάφι άρχισε να βοσκά την χλόη γύρω τους.

Τότε η μουρμούρα του μυαλού του Παρσουάμι σταμάτησε και ο Παρσουάμι καταλαβαίνοντας το καθάριο , άνοιξε τα μάτια του να το αντιμετωπίσει , και αφού χόρτασε την εικόνα του λιονταριού, των πουλιών και του ελαφιού κατάλαβε περνώντας τον πρόσκαιρο χρόνο και διαβαίνοντας στον αιώνιο .Δεν ήταν η σκιά του που ήταν φωτεινή .

Απλά ,οι κάτοικοι του πλανήτη του, έβλεπαν πάντα την αρνητική τους πλευρά .

Δευτέρα

Έχω φάει κόλλημα σου λέω


Η Νίτσα η Λίτσα και η Πίτσα καθόντουσαν αγκαζέ στο παγκάκι. πάντα αγκαζέ καθόντουσαν και όπου πηγαίνανε πηγαίνανε αγκαζέ.

Ήρθε και ο Μπαμπής και έπιασε αγκαζέ τη πίτσα και σηκώθηκαν να πανε βόλτα όλοι μαζί και πάντα αγκαζέ .

Με το που έτριψαν στην γωνία είδαν τον Στάθη που έπιασε αγκαζέ τη νιτσα και πήγαν όλοι μαζί βόλτα πάντα αγκαζέ .

Όταν έστριψαν στην επόμενη γωνία είδαν τον Γιώργο με την Ρούλα την Σούλα την Τούλα και τον Νιόνιο που πήγαιναν βόλτα πιασμένοι πάντα αγκαζέ .

Ο δρόμος ήταν μεγάλος μα όχι τόσο και έτσι βρέθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο δημιουργώντας ένα ανεπανάληπτο τετ ατ τετ .

- καλημέρα ...

-καλημέρα να περάσω θέλω ...

- τι όμορφα τα μαλλιά σου σήμερα!

-σε ευχαριστώ χρυσή μου μα είμαι βιαστική πρέπει να περάσω...

-κάνετε λίγο ποιο κι να περάσω;

-μα βέβαια ...αν πηγαίνατε λίγο στο πλάι...

-υπέροχη μέρα σήμερα δεν συμφωνείτε;

-καλή μου και τι όμορφο το μενταγιόν σας ...

-ρε συ αυτοί δεν κουνιούνται !

-δοκίμασε να τους τραβήξεις προς αυτή την πλευρά και εγώ να τους σπρώξω προς την άλλη μπας και περάσουμε!!!

Ήταν μοιραίο, ο δρόμος είχε χώρο μόνο για ένα άτομο από κάθε πλευρά και έτσι τα κατά μετώπων ζευγάρια άλλαξαν για λίγο τον σχηματισμό τους.

Ο Στάθης ήρθε τετ ατ τετ με την Σούλα .

-θεέ μου τι να πω, είσαι το πεπρωμένο μου

-είσαι πολύ όμορφος

-θα μου φαει τον άντρα η τσούλα

-όχι τσούλα Σούλα

- καλημέρα σας κύριε όμορφη μέρα

άμα δε μου κρύβες το χώρο μπορεί να την έβλεπα

και άλλαξαν πάλι σχηματισμό αυτή την φορά από την άλλη πλευρά και λεει ο Μπαμπής στην σουλα .

-νομίζω ότι πρέπει να το σκεφτείτε πιο ώριμα για τον φίλο μου

-τι λετε; Να ξέρατε πως χτυπάει η καρδιά μου μες τα τροφαντά μου στήθη

-δεν είναι αρμόζων συμπεριφορά αυτή απ την φίλη σας

-γιατί; Η δικιά σας φίλη έχει καλύτερη γλώσσα ;

-να σου δώσω το τηλέφωνο μου;

-είσαι σαν ανάποδο γαμώτο

έπειτα άλλαξαν ξανά θέσεις- πάντα αγκαζέ- ήρθαν στο αρχικό τετ ατ τετ προσπαθώντας όλοι μαζί να βαδίσουν μπροστά για να συνεχίσουν τη βόλτα τους καταλήγοντας σε ένα ατελείωτο σημειωτόν...

Στην άκρη του δρόμου απλωνόταν ένα λιβάδι στο οποίο μια αγελάδα βόσκαγε...

Ένα παγόνι που βρέθηκε στο τοπίο άνοιξε αμέσως τα φτερά του ... Είναι να το’ χεις. !

Ο περαστικός διαβατής που είχε φτάσει πλέων στο σημείο κοίταξε για λίγο τον όχλο και μετά κοίταξε την αγελάδα...

Του φάνηκε για σοβαρή και συγκροτημένη προσωπικότητα...

Την πλησίασε...

-Καλημέρα έρχομαι απ την ποριά και έχω φτάσει τόσο μακριά γιατί με κυνηγάνε κυβερνητικοί., νομίζω πια ότι τους ξέφυγα. Χρειαζόμαστε αγωνιστές, τα πράματα είναι πια δύσκολα

-μουυυυυ...

Είπε η αγελάδα

και κούνησε ανέμελα την ουρά της αφήνοντας ένα τεράστιο αποπάτημα να πέσει στον χώρο...

Τι προικισμένο ζώο!... Πόσο σοφοί οι ινδοί που το λατρεύουν με μια κίνηση τόσα νοήματα..

Α) η κατάσταση είναι χέστα...

Β) ο αγώνας θέλει κοπριά και σκάλισμα για να δυναμώσει...

Δεν υπήρχε αμφιβολία η αγελάδα ήταν οπαδός του ζεν .

Τα πουλιά από πίσω κελαηδούσαν και ένας ψύλλος πήδαγε από δω και από κει κυνηγώντας ένα κόκκο γύρης μιας και δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει.

Ο ήλιος από περιέργεια ,σηκώθηκε πιο ψηλά για να δει τι γίνεται φωτίζοντας όλο το τοπίο φτιάχνοντας έτσι μια όμορφη και γαλήνια μέρα...

Τετάρτη

Ακολουθώντας την τύχη .


Η τύχη βρισκόταν πεσμένη στο πάτωμα
Δεν πίστευε αυτό που της συνέβαινε , και δεν ήταν η πρώτη φορά .
Έβλεπε τον γερο Ξου γαζωμένο από σφαίρες και τεμαχισμένο και αναρωτιόταν τι δεν πήγε καλά .
Τον είχε γνωρίσει από μικρό παιδί, και τον είχε συμπαθήσει , ο Ξου ήταν φτωχόπαιδο ,με καλή καρδιά και η πρώτη φορά που τον άγγιξε ήταν στα δεκαοκτώ του , μετά τον χωρισμό του με την κάποια .
Η κάποια τον είχε αφήσει , αν και την αγάπαγε πολύ ,γιατί δεν είχε μια , και η τύχη, βλέποντας το τι συνέβη ,τον βρήκε στην ταβέρνα που έπινε τα τελευταία του χρήματα σε κρασί.
Ένα κέρμα του είχε μείνει μόνο, και το έπαιζε στα δάχτυλα.
Τότε, η τύχη τον πλησίασε , τον χάιδεψε στους ώμους και του είπε
Η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς , πήγαινε !
Δίνοντας του εύνοια
Ο Ξου σηκώθηκε με μάτια που λάμπανε, άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον δρόμο .
Πέρασε τα χέρια στις τσέπες του παλτού του , και κοίταξε ψηλά .
Την στιγμή που τα δάχτυλα του άγγιξαν το τελευταίο του κέρμα τα μάτια του είδαν μια φωτεινή επιγραφή που έλεγε
καζίνο
χαμογέλασε λίγο και είπε στον εαυτό του
γιατί όχι;
Μπήκε στο καζίνο και έκατσε στον κουλοχέρη
Σήκωσε το κέρμα και το κοίταξε , αυτό του άφησε μια λάμψη και αυτός το έσπρωξε στην εσοχή .
Με το που άκουσε τον μεταλλικό ήχο του κέρματος στην βάση της μηχανής τράβηξε τον μοχλό .
Οι ρόδες άρχισαν να γυρνάνε και ντον !
Εφτάρια!
Τα χρήματα απλώθηκαν στον γκισέ του μηχανήματος , μα αυτός κοίταξε για ένα .
Αυτό, του άφησε μια λάμψη , ο Ξου του χαμογέλασε το έπιασε το έβαλε σε ξεχωριστή τσέπη και μάζεψε τα υπόλοιπα .
Έπειτα, τράβηξε για την ρουλέτα έβαλε όλα τα χρήματα στο μαύρο οκτώ ,έβγαλε το φυλαγμένο κέρμα το περιέστρεψε στον αέρα , και αυτό αφήνοντας μια λάμψη , είπε την μεταλλική κουβέντα στα υπόλοιπα την στιγμή που τα αντάμωνε , αυτά αντήχησαν χαρούμενα που το ξανά αντάμωναν και η μπίλια άρχισε να γυρίζει
Μαύρο οκτώ! Κερδίζει ο κύριος .
Ο Ξου είχε περάσει τα χέρια του πίσω από το κεφάλι ατάραχος , και με τα πολλά ,εκείνο το βράδυ είχε τινάξει την μπάνκα στον αέρα .
Κέρδισε ένα τεράστιο ποσό και άρχισε να ασχολείται με επιχειρήσεις.
Η τύχη πάντα τον συντρόφευε ,-πόσο τον αγαπούσε αλήθεια – και οι επιχειρήσεις του ήταν κερδοφόρες .
Με τον καιρό και με τα χρόνια έφτιαξε μια αμύθητη περιούσια και αποφάσισε να αγοράσει καζίνο ,έτσι, ο γέρος πλέον Ξου, μπήκε δυναμικά και σε αυτόν τον χώρο .
Η τύχη συμβαδίζοντας μαζί του όλα αυτά τα χρόνια γοητεύτηκε από την ιδέα των τυχερών παιχνιδιών , και τα έδωσε όλα, αποφέροντας του τεράστια κέρδη .
Ο Ξου ήταν τρισευτυχισμένος, όχι όμως και οι ανταγωνιστές του.
Ο χόντρος Σλίμ , πίσω από το δρύινο γραφείο του μιλούσε νευρικά στο τηλέφωνο κινώντας στο άλλο χέρι του το χοντρό και πανάκριβο πούρο του .
-Ναι , ναι, έλεγε, δυο εκατομμύρια γιούρο για κάθε μέλος του σώματος του που θα μου φέρετε.
Η συμφωνία έκλεισε και οι φονιάδες ξεκίνησαν
Ανέβηκαν από την σκάλα υπηρεσίας στον όροφο του γραφείου του , και την ώρα που ο Ξου πέταγε το κέρμα του στον αέρα παρακολουθώντας την πορεία του, η πρώτα άνοιξε, και είδε μια λάμψη, και μετά τίποτα
Το κέρμα αυτή τη φορά μίλησε στο πάτωμα και η σφαίρα καρφώθηκε στο κέντρο του
κρανίου του
οι δολοφόνοι συνέχιζαν να τον πυροβολούν με αυτόματα και η τύχη προσπαθώντας να γλιτώσει είχε πέσει στο πάτωμα
αφού σιώπησαν άρχισαν να τον τεμαχίζουν
η τύχη δεν μπορούσε να το πιστέψει , έβλεπε το ίδιο πράγμα για άλλη μια φορά
τι να πρωτοθυμηθεί, τις αρχαίες εποχές που είχε ευνοήσει φτωχούς να γίνουν βασιλιάδες και στο τέλος να αλληλοεξοντώνονται;
Επιστήμονες που τους βοήθησε να ανακαλύψουν θαύματα και μετά τους κάψανε;
Ποιητές που τους έδηξε τα ανώτερα και αποτρελαθήκανε;
Ακόμα και ανθρώπους να βρουν χαμένα μυστικά και τους σταυρώσανε
Τι στο λύκο γινότανε;
Γιατί ο κόσμος δε μπορούσε να την δεχτεί;
Πόσα τέτοια έπρεπε να συναντήσει;
Τι θελαν από αυτήν να κάνει;
Στο κάτω κάτω, μια απλή τύχη ήταν
Την ώρα που ο αστυνόμος έμπαινε από την πόρτα αυτή κυλούσε από το παράθυρο.
Η κοπέλα στην άκρη του δρόμου της φαινόταν συμπαθέστατη .