Παρασκευή

Διατάραξη κοινής ουτοπίας


Βγήκα στον δρόμο με την όρεξη να μαζέψω Κατερίνες .
Στήθηκα έξω από την αυλή του γείτονα και περίμενα να περάσουν .
Βέβαια, δεν ήταν και το καλύτερο σημείο .
Και έτσι, βγήκε ο γείτονας .
Ο πρώτος γείτονας .
-Τι κανείς εδώ; μου είπε
-Ε να ,περιμένω να μαζέψω Κατερίνες .
-Α ! οι Κατερίνες δεν ζουν εδώ ζουν στην πόλη .
-Στην πόλη είστε σίγουρος ;
-Ναι είμαι σίγουρος μου είπε .

Kαθώς έβγαινε από το σπίτι του για δεύτερη φορά, στάθηκε πάνω στον παλιό εαυτό του, και αφού ισορρόπησε , ένας τρίτος ξεκίνησε από μέσα τους τον δρόμο του για την δουλειά...
Εμένα δουλειά μου ήταν να μαζέψω Κατερίνες .
Έτσι τράβηξα στην πόλη .
Κτίρια ψιλά, χοντρά τσιμέντα. Ωραία αίσθηση !
Σκέφτηκα πως οι Κατερίνες θα έχουν κάποιες αξίες, και έτσι στάθηκα έξω από το χρηματιστήριο αξιών .
Δεν ήξερα πως είχαν προοδεύσει τόσο οι άνθρωποι, είχαν βρει πια την τιμή της αξίας .
Του κάκου όμως ! κανείς δεν επένδυε σε Κατερίνες την σήμερον ημέρα .
Έτσι ,άνοιξα την κονσέρβα με την απογοήτευση και την έφαγα, έριξα το κουτάκι στον δρόμο και το ψηλό κλώτσαγα .έπειτα έκατσα στο πεζοδρόμιο ,και ακούμπησα τους αγκώνες μου στα γόνατα, και τις παλάμες μου στα μάγουλα .έμεινα έτσι ώρα και ένας δικαστής με πλησίασε .
-Τι κάνεις εδώ ;μου είπε
-Να , θέλω να μαζέψω Κατερίνες αλλά δεν βρίσκω καμιά πουθενά
-Α! οι Κατερίνες ζούνε στους αγρούς ...
Μου είπε καθώς έβγαζε την στολή του και φόραγε αυτή του αστυνομικού.
Στους αγρούς να πας αλλιώς θα σε συλλάβω
-Γιατί;
-Για διατάραξη κοινής ουτοπίας
-Ω ! καλά , και που είναι οι αγροί;
-Πέρα από τα συρματοπλέγματα
Μου είπε καθώς φορούσε την στολή του δημάρχου, και ετοιμαζόταν να κάνει δηλώσεις στα κανάλια .
Έβγαλε το χρυσό ρόλοι του από την αριστερή του τσέπη ,και το αστραφτερό του χαμόγελο από την δεξιά, το καθάρισε λίγο στην άκρη του μανικιού του και το φόρεσε.
Σήκωσε τα χέρια του ψηλά και αγκάλιασε όλη την εικόνα .
Έμεινα εκτός εικόνας .
Εκτός ήχου .
Και εκτός .
Κόσμου .
Μέσα από την σιωπή μια ομίχλη βούιξε και ένα λιοντάρι φάνηκε .
-Τι θες ; μου είπε
-Κατερίνες !!!
-Οι Κατερίνες λάμπουν ακόλουθα το φως του ήλιου
Ακολούθησα την ροή του ήλιου πέρασα τα συρματοπλέγματα και βγήκα στους αγρούς.
Πράγματι τα λιβάδια ήταν γεμάτες από αυτές .
Και ήταν ολάνθιστες .
Γεμάτα μικρές ολάνθιστες Κατερίνες .

Ο ήλιος σηκώθηκε ψηλότερα για να τις δει και αυτός .
Και έτσι άρχισε ...
Μια όμορφη και γαλήνια μέρα
.

Τρίτη

...το πρωτόγονο...


Στο μικρό χωριό της εξέλιξης η ταξική πάλη είχε αρχίσει...
Το πρωτόγονο πριν καλά καλά καταλάβει δεχόταν επίθεση από το πρέπει να καταλάβεις.
Ενώ το κατάλαβες παρατηρούσε αμέτοχο την πάλη.
Το πριγκιπικό σωστά κατάλαβες που είχε δώσει την διαταγή της επίθεσης υπό την καθοδήγηση του απολυταρχικού επιτέλους κατάλαβε...
Το σωστά κατάλαβες ελευθέρωσε την απορία, η οποία καβαλώντας την πλάτη τις αντίληψης έψαχνε να βρει το αποτέλεσμα.
Η συνάντηση ήταν μοιραία, και γέννησε την απόφαση που είπε την μαγική λέξη που ως τότε κανείς δεν είχε πει...
-ΚΑΦΕ!
Ξεκίνησε αποφασισμένος να πάρει μια κούπα καφέ και το πρωτόγονο πριν καλά καλά καταλάβει κόμπασε ότι κατάλαβε.
Έτσι πριν καλά καλά καταλάβει βρέθηκε στην κουζίνα.
-Καλημέρα !
-Καλημέρα...
-Θα ήθελα μια...
Ένας συνοδοιπόρος πρωινού οράματος μπήκε μέσα...
-Καλημέρα...
-Καλημέρα!
-Καλημέρα...
-Λέγατε...;
-Να θα ήθελα μια...
-Καλημέρα!
-Καλημέρα...
-Καλημέρα !
-Καλημέρα...
-Ναι...πείτε μου...
-Να ...Απλά θα ήθελα μια...
-Καλημέρα!
-Καλημέρα!
-Καλημέρα...
-Καλημέρα!
-Καλημέρα...
-Λοιπόν;...
-Μήπως μπορώ να έχω μια...
-Καλημέρα!!
-Καλημέρα!!!
-Καλημέρα...
-Καλημέρα!!
-καλημέρα !
-Καλημέρα...
Και έτσι κατάλαβε ότι η μέρα θα πέρναγε πριν καλά καλά καταλάβει...
Και αυτό ήταν μια ταξική νίκη γιατί το πρωτόγονο πριν καλά καλά καταλάβει επέστρεψε μετά από μάχη στην ανώτερη βαθμίδα της σκέψης του...
-καλημέρα...
Είπε και κοίταξε από το ανοιχτό παράθυρο την αχτίδα του ήλιου που του την υποσχότανε....

Τετάρτη

Φεγγαράδα


Στους δρόμους που φοβάσαι
Στους δρόμους του κενού
Απλώνεται ένα δάσος
Και μια πηγή του νου

Ποτάμια αναβλύζουν
Κι ολόγυρα του ζουν
Αυτόχθονες σαμάνοι
Που την σιωπή ακούν

Κανένας δε μιλάει
Ακούγεται η ροή
Ποτάμι που κυλάει
Ζωή όπου καλεί

Καρπούς αφήνει η πλάση
Και αυτοί ευγενικά
Τα ολόγιομα συλλέγουν
Κι η φύση τους κοιτά

Μπροστά στο φύσημα της
Η πράξη αντανακλά
Παίρνει ο ήχος χρώμα
Και σώμα η λαλιά

Τότε αυτός που λάμπει
Αρχίζει τραγουδά
Και στο φεγγάρι το ένα
Πηδάει και περνά

Ερώτηση καμιά




Εγωισμός είναι




Όταν νομίζεις πως είσαι κάτι



Και παύει



Όταν πάψεις να θεωρείς


Τρίτη

Λοιπόν ...







Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο χάρηκα




Μην κοιτάς που χθες δεν πρόλαβα να παίξω μαζί σου






Σε περίμενα σήμερα εδώ






Στο ίδιο μέρος






Σε μύριζα στον αέρα






Όλο το βράδυ







Είπε ο λύκος στο πρόβατο







Tην ώρα που έβγαινε από την αυλή του

Πέμπτη

Η φίλη μου η Κατερίνα


Δώσε μου μούσα την χάρη
μέσα απ’ της καρδιάς τον χτύπο
ο λόγος την ροή να πάρει
και να βγαίνει ανά στοίχο

Η φίλη μου η Κατερίνα
είναι απ’ τα παιδιά εκείνα
που αλλάζουν τη ζωή
μονάχα σε μια στιγμή

Ξοτικό και αερικάκι
πέρναγε ένα βραδάκι
στου απώτερου το χώρο
και μαζί μια λεωφόρο

Μα η οργή καραδοκούσε
και το σώμα της κοιτούσε
γιατί τόσο αφημένο;
ψάχνεις μοίρα; Πεπρωμένο;

Ένα αμάξι την χτυπάει
δες! Στον ουρανό πετάει
πρόσκρουση! Ξανά στο χώμα!
Ζωντανή είσαι ακόμα;

Άλλο ένα την χτυπάει
ναι! την βλέπει, την πατάει,
το κορίτσι στα αλήθεια
σιώπα, έρχεται βοήθεια

Δυο χρόνια μες το κώμα
λεει η καρδιά στο σώμα
ζωντανή θα την κρατήσω
πείσμα όλων θα νικήσω

Το νεφρό το’ χει χαμένο
και τον ήχο αφημένο
κι’ άλλα χρόνια αναμονή
κάποιος δότης να βρεθεί

Κάτω; πουθενά ποτέ της!
Έζεψε της αστραπές της
πνεύμα και θεριό γυναίκα
έφτιαξε την ναριτεκα*

Η επέμβαση αρχίζει
το νυστέρι πώς γυαλίζει
μα της χίλιες σωτήριες
βουλωμένες αρτηρίες

Γέλιο γλέντι και τραγούδι
τρύγο ψάχνει το λουλούδι
ράγισες; και τι ειν’ ο πόνος;
ποιος ζωγράφισε τον κόσμο;

Το ποτάμι θα κυλήσει
γόρδιο δεσμό θα λύσει
κάποιος τώρα να την ράψει
το νεφρό είναι εντάξει

Φράουλα γιορτή γυρεύει
στη ψυχή μέσα χορεύει
με το μέλι της αγκάλη
στης δροσιάς το ακρογιάλι

Ψάχνει τώρα για δουλίτσα
θα’ ναι λεει απ’ τα κορίτσα
που πατούν σε πληκτρολόγια
και σε οθόνη γράφουν λόγια .




* Η Ναριτεκα είναι ένα παραμύθι που ξεκίνησε να το γράφει μαζί με την φίλη της Μαρία που έχει φύγει απ’ την Ζώη και μιλάει για τον παράνομο έρωτα δυο ξοτικών στην χώρα του αλλού.

Τρίτη

Στη χώρα του γιούχου




Βγήκαμε στη χώρα του γιούχου
Κοίτα καντεμιά να μην έχεις μια UHU
Να κολλήσει η φάση να σταθεί
Πρέπει να σωθεί η επαφή

Είμαστε στη χώρα του γιούπι
Βγήκαμε όλοι απ το ίδιο καλούπι
Θα προχωράμε με το ίδιο βήμα ...











Ώσπου να βγούμε στο ωραίο μας μνήμα .

Τετάρτη

Να καεί να δει ζητούσε


Σε μια μακρινή επαρχία
Ξεδιπλώθηκε ιστορία
Από χρόνο περασμένο
Μακρινό και ξεχασμένο

Κι του τόπου οι αφεντάδες
Ήταν πράγματι αγάδες
Και ότι θελαν και ζητούσαν
ξεραν πως το διεκδικούσαν

σκλάβους είχαν σε παλάτια
και του γινατιού τα χάδια
τρώγανε και ευημερούσαν
που και που καναν χαλούσαν

μεγάλωναν τα παιδιά τους
αυγάτιζαν τα λεφτά τους
κι ήταν όλα τόσο αθώα
άνθρωποι αυτοί οι άλλοι ζώα

που και που νιωθαν μια πλήξη
μια άνοια τους είχε πνίξει
πέρναγαν απ τα χωράφια
μια κοπέλα θέριζε στάχυα

κοιτάει ο ένας τα μαλλιά της
να πιω θέλω τα φιλιά της
και δεν ειν γύρω κανένας
συμφωνώ και γω για σένα

μες την γη την τραβούνε
τους αφέντες υπάκουνε
λεει δε θέλει, θέλει ζόρι
θα ειν του σατανά η κόρη

σκίζουνε την ομορφιά της
κόκκινο αίμα στη καρδιά της
οι άρχοντοι ευτυχισμένοι
μα απ αυτήν μιλιά δε βγαίνει

μάζεψε τα πράματα της
κόκκινο αίμα στην καρδιά της
δέντρα τράβαγαν τα φύλλα
σύννεφα τον ήλιο κριψαν

περπατούσε δε μιλούσε
το ποτάμι την καλούσε
του γκρεμού το ένα βήμα
και του ιλίγγου το κρίμα

ταξιδέψανε τα νέα
προς τον άμοιρο πατέρα
στο χωριό όλοι ταράχτηκαν
με πυρσούς στο δασός βγήκαν

ψαχτε όλοι να τον βρούμε
στη φωτιά θε να τον δούμε
τη κακό και αυτό δώ πέρα
θα ήταν σάτυρος η τέρας

μα οι αρχοντοι ανησυχούνε
κάποια λύση θε να βρούνε
δυο Χρύσα σε ένα σπιούνο
φταιει ο εργάτης απ τον φούρνο

βοηθούν κ οι αφεντάδες
μπαίνουνε στους μαχαλάδες
στέκονται μπρος τον καθρέφτη
και κοιτούν μη δουν τον φταίχτη

στην πλατειά τον πετάνε
οι παπάδες τον ρωτάνε
η φωτιά απλώνει μέθη
και στα πλήθη αφήνει κέφι

μέσα του έχει δαιμόνια
κοιτά ομορφιά το σώμα
και τα μάτια του έχουν λάμψη
δε μιλά δε λεει να κλάψει

με σταυρό τον ακουμπάνε
άλλοι κλαινε άλλοι γελάνε
γύρω αστράφτει μα δε βρέχει
ποια δαιμόνια λες να έχει;

Σύμβολα ψηλά ορθωμένα
φτιάρες τσάπες στον αέρα
Ο λαός παραληρούσε
Να καεί να δει ζητούσε

Πέρασαν καιροί και μέρες
Άνθισαν ξανά οι λεύκες
Πλημμύρισαν τα ποτάμια
Τα σπαρτά βγάλαν ζιζάνια

Πίνανε μες την ταβέρνα
Κάποιος είπε την κουβέντα
Το τέρας είχε δυο κεφάλια
Συμφωνούσαν τα μπουκάλια



Σε μια μακρινή επαρχία
Ξεδιπλώθηκε ιστορία
Από χρόνο περασμένο
Μακρινό και ξεχασμένο

Οι αρχοντοι κανάν γλέντι
Κι αν κανά κακό συνέβη
Κοίταγαν μπρος τον καθρέφτη
Κοίταγαν να δουν τον φταίχτη