Παρασκευή

Σαν άρωμα που χάθηκε στο χρόνο.



Σαν άρωμα που χάθηκε στο χρόνο
Θυμάμαι κάποιες όμορφες στιγμές
Σαν ήλιος που ανατέλλει
Σαν θάλασσα που θέλει
Να χαϊδέψει τις παλιές πληγές

Γιατί όλα φεύγουν και περνάνε
Κι όλα όσα σου ανήκουν θα χαθούν
Γιατί η στιγμή πεθαίνει
Και από αυτήν μας μένει
Η ανάμνηση ενός παλιού καιρού

Σε χόρια μονοπάτια σαν διαβαίνεις
Σαν νιώθεις του ανέμου την δροσιά
Πες μου αν καταλαβαίνεις
Το πόσο βαθιά ανάγκη έχεις
Την ζεστασιά μιας όμορφης καρδιάς.



Δευτέρα

Η κατάκτηση του διαστήματος.


-Ο μοντιε !έχω τέσσερα σπίτια στο διάστημα και δεν ξέρω ποιο να κατοικήσω, ζαμεν περτρικουα!
(έκφραση απ’ την διάλεκτο ,σημαίνει τα θελα και τα ‘παθα.)
Τούτο το σύμπαν είναι προσοδοφόρο για το κέρδος, δεν εξηγούνται αλλιώς οι σκαπανείς, δεν μπορεί να φταιει μόνο η οδοντοστοιχία τους Θα υπάρχουν βαθύτερα αιτία δε συμφωνείτε;

- Τι να σας πω κύριε κανίβαλε, από τότε που φάγαμε τους τελευταίους οι έρευνες τελμάτωσαν...

ο! Τσίμπλα τούτη ....( μ’ ανοιχτά μάτια ) ... άσχημο γεγονός in deed... Μα αναγκαίο οι μισθοί βλέπετε ...

- Και τα δώρα του Πάσχα!!! ...

-Ο!!! Πραγματικά και το ασφαλιστικό...

-Δεν νιώθετε μια ασφάλεια τώρα;

-Τουλάχιστον μπορώ να βγάλω την γλώσσα μου ελευθέρα στον αέρα χωρίς κάποιος να καταλάβει την ειρωνεία μου.

-Ειρωνικός ; εσείς ; (Καθώς του φορούσε το παλτό από το δέρμα των σκαπανέων, στην πλάτη δέσποζε η δικιά μου φάτσα με την πλούσια χαίτη πανάκριβο...)
Είστε το ποιο αγαθό πλάσμα που υπάρχει ...

-Τούτη πόλη!!(Στα γαλλικά του αυτός καταλαβαίνετε...)καμία φορά ασφυκτιώ ωστόσο...

- Εξάλλου δεν κάναμε και τίποτα κακό ... Υπόφεραν...

-Κάλο μου μίασμα ...Τι τέλειος σύντροφος που είστε ...(Αγαπιόντουσαν πλατωνικά...)

-Κύριε κανίβαλε...(Πετάρισε το είναι του. )

-Θέλετε το βράδυ να παμε στο κολλώδες ζωικό θέατρο να τους δούμε όλους μες την γυάλα; Εξάλλου απ ‘ αυτούς ρουφάμε ζωή.... (Άρχισα να στρίβω τσιγάρο, συγγνώμη δεν άντεξα ...)

-Ω!!

Φόρεσε και αυτός το παλτό του αφήνοντας μια γλιοδικη λάσπη να πέσει απ τα συναισθήματα του.

Και τότε είδα εκείνη...

Το πικραμένο βλέμμα της...
-Ωχρή μου λεύκα.
Είπα...
-Σε περίμενα μου είπε, μα τώρα καβαλώ αλλού πλάτη!

Δεν υπήρχε πια σκαπανέας για να με μαστίγωση και οι διαφημίσεις χωρίς αγοραστικό κοινό είχαν πάψει...(Ανδρείκελα!)
Συνέχισε...Κάποτε ζούσα ,δρούσα ,περπάταγα ακέραιη στο δρόμο.
το βλέμμα της ανέπαφο, τέλεια ομορφιά.

-Μα δε φταιω !!!

Είπα καθώς έσχιζα την φορεσιά του , το σύστημα επιθυμούσε την κονιορτοποίηση προσπάθησα , προσπάθησα να πω στους ανθρώπους την σημασία της επαφής το του να αφουγκράζεσαι μα...

-Ότι και να λες είναι αργά είμαι πια ύφασμα....

Οι ρύμες μου μπερδεύτηκαν σε ένα λεπτό...Τα λόγια μου αιμορραγούσαν ακατάπαυστα

-Ντροπή μου για την γύμνια μου , μα είμαι τρελός για σένα...

-Δεν με πείθεις!

ΣΧΡΑΑΑΑΤΣΣΣΣ!

Έσκισα το ύφασμα και πήγα κοντά της.

-Πεθαίνω για σένα, προσπάθησα για σένα.

Εκείνη δεν συγκινήθηκε ,αγκάλιασε ποιο σφιχτά το ύφασμα ...

-Δεν προσπάθησες αρκετά ,ο κόσμος είναι σκληρός ...

Το μίασμα δυσανασχέτησε , μα ο κανίβαλος είπε ...

-άφησε τον, την θέλει, θα τον βρούμε ...

Και επιβιβάστηκαν αγκαλιασμένοι στη διαστημική μερσεντές του ...

Κάθισα μόνος στην πλάτη του φεγγαριού.

Δεν τα πήγα καλά ποτέ με την εξουσία.


Πιστεύω στον άνθρωπο.

Μου άρεσε η κοινοκτημοσύνη.

Το να μοιράζομαι.

Κάποιοι βρήκαν μια άλλη έννοια περί τούτου.

Ιδεολογίες να συγκρούονται για το ίδιο αποτέλεσμα.

Οι σοσιαλιστές να μιλούν για κοινοκτημοσύνη.

Η θρησκείες να μιλούν για κοινοκτημοσύνη.

Και οι φασίστες να πιστεύουν στις θρησκείες που μιλούν για κοινοκτημοσύνη.

Και να μαζεύουν αγαθά, αγαθέ...

Μου φάνηκε ότι είδα την νιηριδα να χορεύει λίγο ποιο πέρα.

Θα συνέχιζα με την πληγή ανοιχτή ανυπόταχτος.

Σε λίγο ο επιστήμονας θα βγει απ’ το δωμάτιο μέσα σε αχνισμένους καπνούς και θα πει ότι τα κατάφερε ...

Αντέχεις ένα ακόμα θαύμα;...

...Στον κόσμο του χρήματος;



Πέμπτη

Το τέρας που έγραφε ποιήματα .


Στον πύργο της απώλειας ,το ματωμένο πρωινό ξεπρόβαλε βγάζοντας έναν κίτρινο ίκτερο για χρώμα...
Δαιμονοπούλια ξέσκιζαν σάρκες από αλλά μικρότερα όντα για τροφή , ενώ σαρκοβόρα φυτά τρώγανε τα κατοικίδια στην αυλή.
Το σκουριασμένο σιδερένιο παραθύρι άνοιξε τρίζοντας με τον χαρακτηριστικό ήχο της τρομαγμένης παρθένας ,και τέσσερα τεράστια μαλλιαρά δάχτυλα ξεπρόβαλαν από μέσα.
Δηλητηριώδεις αναρριχώμενοι κισσοί ανέβαιναν στους τοίχους του πύργου, ενώ μια τοξική ομίχλη αναδύονταν από τον κοχλάζοντα μπροστινό κήπο.
Το τέρας βγήκε στο παράθυρο και πήρε μια βαθιά εισπνοή
Άπλωσε το μαλλιαρό τεράστιο χέρι , και έκοψε έναν καρπό από το δέντρο που μιλάει και λέει συνεχεία όχι όχι μη μη μη αα! Και το δάγκωσε με τα αγριεμένα δόντια του.
Το παχύρρευστο κόκκινο ζουμί του γέμισε το στόμα του , και έφτυσε πέρα μακριά το κουκούτσι που έμοιαζε με μάτι .Αμέσως κάτι τεράστια σκουλήκια το κατασπάραξαν .
Σκούπισε με το χέρι του τα λερωμένα γένια του και μπήκε μέσα.
Χάιδεψε απαλά τον λυκάνθρωπο που ήταν στο σαλόνι και κάθισε στο σκονισμένο κλειδοκύμβαλο του πόνου .
Με το πάτημα του πρώτου πλήκτρου , ένα ανατριχιαστικό ουρλιαχτό διαπέρασε τον αέρα , και το τέρας άρχισε να παίζει μια παλιά ξεχασμένη από καιρό μελωδία.
Την σονάτα της φρίκης !
Πόσο του άρεσε αυτή η μελωδία...
Σε λίγο το αιμοσταγή βαμπίρ τον πλησίασε στάθηκε στην άκρη του κλειδοκύμβαλου και άρχισε να τραγουδάει βαρύτονα το τραγούδι του χάμου .
Ο ακέφαλος καβαλάρης έβαλε την χαμογελαστή κολοκύθα του και άρχισε να κουνάει τον λαιμό του ρυθμικά αφημένος στην μελωδία , ενώ η απέθαντη παρθένα δοκίμαζε τα σάβανα που είχε αγοράσει από την αγορά .
Το βράδυ είχαν τον ετήσιο χορό τους , και όλα έδειχναν πολύ ευτυχισμένα,ενώ ο δράκος έψηνε με τις φλόγες του το φαγητό.
Από το ραγισμένο πάτωμα τα νύχια της χίμαιρας ξεπρόβαλαν πρώτα , και έπειτα τα τρία κεφάλια της.
Άναψε ξερνώντας φωτιά με το ένα το τζάκι , με το άλλο τα κεριά και με το τρίτο αφού εμφανίσθηκε όλο το σώμα της βοήθησε τον δράκο στο ψήσιμο του φαγητού .
Αυτός , έφερε το σώμα του κοντά της σκουντώντας την απαλά , και αυτή ανταποκρίθηκε δαγκώνοντας τον χαμηλά με την φιδίσια ουρά της
Ο ακέφαλος καβαλάρης έβαλε ένα κερί στη βάση του λαιμού του και τα πλησίασε κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση .
Η χίμαιρα γύρισε ναζιάρικα το ένα κεφάλι της προς το μέρος του, και μια ανεπαίσθητη φλόγα του άναψε το κερί, ξαναγυρίζοντας στα τρυφερά παιχνίδια με τον δράκοντα
Ο ακέφαλος καβαλάρης φόρεσε την κολοκύθα του και απομακρύνθηκε .
Έλαμπε πραγματικά .
Ένας γαστεροχειρας πηρε δυο κρουστά φτιαγμένα από σώματα καταραμένων όντων ένα βιολί που ο ήχος του σκότωνε , και το φλάουτο των πνιγμένων και άρχισε να συνοδεύει το τέρας στην σονάτα του
Το αιμοσταγή βαμπίρ, έπιασε την απέθαντη παρθένα και άρχισε να χορεύει μαζί της δαγκώνοντας της τον λαιμό σηκώνοντας την στριφογυρίζοντας στον αέρα στο κέντρο της αίθουσας .
Είχε πια αρχίσει να πέφτει το λυκόφως και ο λυκάνθρωπος ούρλιαξε στο ματωμένο και σκοτεινό φεγγάρι .
Σε λίγο, όλοι οι νεκροαναστημένοι μπήκαν μέσα, και ο δρακός βγάζοντας μια τρομερή βοή τους ενημέρωσε πως το φαγητό ήταν έτοιμο.
Όλοι χειροκρότησαν απαλά και χαμογέλασαν .
Θα είχαν σήμερα ειδικά για την περίσταση τραγανά δάχτυλα ποιητών σοταρισμένα με γλώσσες λόγιων από μια μακρινή γη .
Λέγεται, πως σε αυτή την γη ο κόσμος φτώχυνε και δεν θα ξανά συναντούσαν φιλόσοφους, μουσικούς, και ποιητές , αλλά μπορεί να ήταν και μύθος από αυτούς που τους άρεσαν να λένε εκεί.
Αφού έφαγαν και αστειεύτηκαν με πειράγματα μεταξύ τους όπως ότι ο ακέφαλος καβαλάρης πέθανε από εγκεφαλικό,το τέρας σαν οικοδεσπότης τους διάβασε όλα τα ποιήματα του με τις θανατηφόρες ρύμες και στροφές τους.
Στους περισσότερους τα μάτια γέμισαν αίματα.
Έξω στον κήπο μια νεκρική σιωπή απλώθηκε παντού...
Που και που μόνο άκουγες κανένα ουρλιαχτό.
Κάτω από το φως.
Του ματωμένου φεγγαριού...





Δευτέρα

Τι να μας λέει η θάλασσα;


Η επανάσταση είχε ξεκινήσει από τον καιρό του νεατερνταλ.
Έτσι , ο Κάντερ ο παράξενος, δούλευε σα καθαριστής στην παγκόσμια υπηρεσία προστασίας του συστήματος.
Τα βράδια.

Του Κάντερ του την είχε δώσει το με πόσο ισούται η τετραγωνική ρίζα του τέσσερα .

Δεν το καταλάβαινε .

Και η Μαρία του την είχε δώσει ...
Ούτε αυτή τον καταλάβαινε.
Και αυτό τον έκανε να νοιώθει σαν τη τετραγωνική ρίζα του τέσσερα , που δε καταλάβαινε !
Και έτσι, μετά από τόσες χιλιετίες επανάστασης ,και αφού ο Κάντερ δούλευε στα εσώτερα του συστήματος, είχε την λιτή περιεκτική όμως φιλοσοφική θεωρεία.
Ο κόσμος στηρίζετε στην δύναμη του δάχτυλου.-
Βαθύ, και φιλοσοφημένο.
Υπάρχει ας πούμε σε μια ευρύτερη κλίμακα ο ξένος δάχτυλος .
Έρχεται , αλλάζει τις αποφάσεις της κυβερνήσεως, ενίοτε και την κυβέρνηση .
Η γκόμενα που αν κουνήσει το δάχτυλο έχει οπoιoν θέλει.
Και ο βιομήχανος που πατώντας ένα κουμπί με ένα δάχτυλο δίνει σωστές και καίριες λύσεις.
Όταν είσαι παιδί ο δάσκαλος η, η μητέρα που κουνώντας ένα δάχτυλο θα σε μαλώσουν, και η φάρα όταν μεγαλώσεις που σε δείχνουν με το δάχτυλο.
Σε αυτούς άνηκε και ο Κάντερ, στους δαχτιλοδιχτουμενους.
Βλέπεις έτυχε στην ζωή του να ανήκει στους αλλοπαρμένους και τους ελαφροισκιοτους .
Δύσκολη φάρα, πόσες ώρες κι αν πέρασε μπροστά από τα αστερια που φώτιζαν τον ουρανο και τους έλεγε μιλήστε μου, με πόσους τρόπους, γλυκά ,άγρια, ουδέτερα , ανάλαφρα ,με θαλπωρή .
Και έπειτα , πόσες ώρες μίλαγε στις σαύρες που βγαίνανε ολόγυρα.
Έτσι τον αρχίσανε .
Τον δείχνανε με το δάχτυλο και λέγανε.
Είναι ελαφοισκιοτος .
Έφυγε από το χωριό του , και ήρθε στην πόλη...

Βέβαια , δεν ήταν αυτός ο σκοπός του...

Αυτός, είχε απλά ξεκινήσει να ακολουθήσει ένα σύννεφο.
Tου φάνηκε λυπημένο, και επειδή ήθελε να το δει χαρούμενο άρχισε και του μίλαγε του τραγούδαγε, ώσπου να το δει να γίνεται διάφανο.
Μέρες νύχτες μαζί του, ώσπου έφτασε στα τείχη της πόλης, μπήκε μέσα, και το σύννεφο ξέσπασε.
Έπειτα τον τύλιξαν η μυρωδιές της πόλης...
Κατάλαβε.
Και οι πολίτες τον δείξανε με το δάχτυλο.
Είναι ο Κάντερ ο παράξενος !
Έπιασε δουλειά σε ένα μαγαζί με ρούχα και με τον καιρό , και τις κατάλληλες γνωριμίες αυτή την στιγμή που τα λεμε ,ξεσκονίζει με ένα κόκκινο πανάκι τον χώρο που βρισκόταν το κομβίο πυρηνικής ανατίναξης του πλανήτη.

Όλα σε ένα ταχτοποιημένα.

Ήξερε ο Κάντερ όποιος κουνούσε το δάχτυλο καλύτερα σε αυτόν τον κόσμο μάζευε και τις περισσότερες εξουσίες.
Και αυτός ήξερε ένα κόλπο...

Του το χαν μάθει οι μέλισσες...

Στη βόλτα με το σύννεφο...

Έκανε με το δάχτυλο του την κίνηση της σταγόνας που πέφτει κάτω από το βάρος της σημασίας της...
Kαι...
Μας απογείωσε !



-

Πέμπτη

ΑβαθοΦόβια.


Πέρα από τις στάλες από τα χρώματα του φεγγαριού, που πέφτουν, τρυπώντας την νύχτα μας, αποφάσισα να γράψω μια ιστορία.
Μια ιστορία για το πως η ζωή γεννάει τον πόλεμο.
Οι λέξεις άρχισαν να χοροπηδάν στο χαρτί πανηγυρίζοντας.
Πήρα το στυλό και άρχισα να τις καρφώνω.
Αυτές συνέχισαν να χοροπηδάνε ουρλιάζοντας και ματώνοντας.
Τις χτύπαγα πιο δυνατά και γρήγορα και άρχισα να γεμίζω με τα αίματα τους.
Θυμήθηκα εκείνη την φορά που περπάτησα λίγο στον αέρα και έπειτα προσγειώθηκα δίπλα σε ένα άλογο.
Άρχισε να χορεύει ένα αισθησιακό χώρο στις άκρες του στάβλου του.
Ο σταβλάρχης φώναζε ότι θα του χαλάσω τον στάβλο.
Πρέπει να είχα σπάσει την φτερούγα του πρωινού.
Και κάτω εκεί στον πάτο του στάβλου συνάντησα όλους του θεούς.
Αρχαίους, άγνωστους, δαιμονικούς, ερωτικούς, φονικούς.
Όλοι εδώ από πέταγμα έχουμε έρθει μου είπαν.
Μου μιλούσαν ώρες, και μου έταζαν πως θα μου μάθουν τα θαύματα ,και θα μου δείξουν το μυστικό της αθανασίας.
Ήμουν ζαλισμένος και πονούσα , ακούμπησα τον πόνο και σηκώθηκα.
Κοίταξα γύρω.
Ο στάβλος ήταν ένα βαθύ πηγάδι που μέσα κολυμπούσαν τα μακρινά φεγγάρια.
Σήκωσα το κεφάλι μου πάνω ακούγοντας τις κουβέντες των θεών.
Κοίταξα τον ουρανό.
Από πάνω πετούσαν όρνια με ανοιχτά φτερά σε κύκλους.
Αφού τα σχήματα είναι κυκλικά εμείς γιατί τα φτιάχνουμε τετράγωνα;
Πήρα το πρωινό στα χέρια , και άρχισα να ανεβαίνω.
Άρχισα να αναρριχώμαι στις πέτρες του παράξενου στάβλου.
Κάθε πέτρα που άγγιζα, ούρλιαζε και φώναζε μείνε!
Με το που την έπιανα ή πάταγα πάνω της, μάτωνε και έκλαιγε.
Κοιτούσα το πρωινό με την σπασμένη φτερούγα , πρέπει να είχα σπάσει τον ώμο μου.
Συνέχισα να αναρριχώμαι, το γόνατο μου είχε ματώσει, και μερικές πέτρες ρουφούσαν διψασμένες το αίμα μου , το άλογο συνέχιζε να χορεύει.
Έβαλα το χέρι μου στην επιφάνια, και τραβήχτηκα.
Τα όρνια πετούσαν για την επόμενη τρύπα,και το φεγγάρι στόλισε τον ουρανό.
Κάτω από το φως του, βρήκα την ταυτότητα των χαμένων βραδιών.
Άρχισα να προχωράω κουτσαίνοντας, και ματωμένος, μέσα από το δάσος.
Η Μαγκούλα , η αράχνη, πετούσε στον ουρανό, ρίχνοντας τον ιστό της στους ανυποψίαστους περαστικούς.
Προτιμούσε τα παιδιά ή τις στιγμές που οι άνθρωποι γελάνε.
Είναι η αράχνη της τρέλας.
Συνήθως την συναντάς σε ιδρύματα στις γωνίες να βοηθάει τους θαμώνες να μην χάσουν τον δρόμο τους.
Δεν είναι μεγάλη.
Δεν είναι μικρή.
Σε τυλίγει με τον ιστό της και σε αφήνει στις ψηχότρυπες.
Βλέπεις πολλούς απομονωμένους ανθρώπους τυλιγμένους εκεί με τον ιστό.
Μόνους , και ανίκανους να κινηθούν.
Τους φροντίζει σαν παιδιά της.
Στεναχωριέται πολύ αν κανένα καταφέρει να ξεφύγει.
Συσπάει λίγο τις δαγκάνες της και συνεχίζει να υφαίνει.
Την γνωρίζεις από πριν.
Μα την συναντάς αργότερα .