Δευτέρα

Πάνω στο μέσα







Μικρές οι λάσπες που χορεύουν



Σα τους δραπέτες του χιονιά


Κύματα μύρια θεριεύουν


Και αναζητούν μία σταλιά












Μια αγκαλιά μέσα στον χρόνο


Έκανε και ο δημιουργός


Και γω είμαι άστεγο και μόνο


Με άγνωστο προορισμό












Πάτα το γκάζι να σφυρίξει


Σε ότι έχω χάσει θα βρεθώ


Τρένο στο πουθενά γυρίζει


μΑ έχει τον δικό του τον σκοπό












Και αν καταλύσεις την ιδέα


Παλάτια και ιδεατά


Τότε θα δεις ότι μοιραία


Πως στην αρχή πάμε μετά

Τρίτη

no land




Άνοιξα τα μάτια μου και ο χώρος είχε γεμίσει ασφυκτικά από τον πλούσιο συναισθηματικό σου κόσμο .

Δεν μπορούσα να ανασάνω από τον πλούτο του, και έτσι άρχισα να τον σπρώχνω με τα χέρια προσπαθώντας να σηκωθώ .
Κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου και να τον βγάλω από το δωμάτιο με τα χίλια ζόρια ,και με ένα δυνατό σπρώξιμο τον έδιωξα από το ανοιχτό παράθυρο .
Ο ήλιος φάνηκε από μακριά και έτσι είπα να κατεβώ στην πόλη . Τράβηξα μες τα χέρια μου το χάρτινο σκηνικό που καταλαβαίνεις για πραγματικότητα, έβαλα και το πόδι μου πάνω του ,και το ποδοπάτησα.
Έτσι, βρέθηκα στην πόλη .
Βρέθηκα έξω από τους χώρους πλασίματος νέων παιδιών, και έβλεπα τους δάσκαλους τους που παίρνανε τα παιδάκια, τα αλευρώνανε ,τα ξαπλώνανε, πάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι, και τα πλάθανε με ένα πλάστη .
Έπειτα, τα έβλεπα να σηκώνονται επίπεδα ,και να βγαίνουν στις αυλές να παίξουν .
σίγουρα οι παιδαγωγοί έχουν μπερδέψει το νόημα με το επίπεδο.
μερικά από αυτά ,μέσα από το παιχνίδι ξεχνιόντουσαν, ξαναφουσκονανε, βρίσκανε ξανά την ευρυθμία τους, και οι δάσκαλοι τα παίρνανε και τα ξαναπλάθανε .
θα τράβαγε καιρό αυτή η ιστορία, αλλά ευτυχώς. Όσο υπάρχει αυτός ο κόσμος, τα παιδιά θα αντιστέκονται .
Ένα από αυτά, πήρε φορά και έχυσε ένα κουβά γεμάτο με χαρά στην άκρη του προαυλίου, ο οποίος τους έφτιαξε μια καραμελενια χώρα ,και πέρασε μέσα της.
Σύντομα το ακολούθησαν και άλλα παιδιά ,είχαν βρει τρόπο διαφυγής. Αφού πέρασαν όλα η μαγική είσοδος ,έκλεισε αφήνοντας στην θέση της ένα φρεσκοφυτεμενο λουλούδι .
Πέρασα χαμογελώντας στην άκρη του δρόμου .
Δυο σκύλοι κάνανε στην γωνία έρωτα, ενώ μια κοπέλα από την αγωνία της να βρει άντρα για να παντρευτεί τράβαγε με τα χέρια της το χρώμα της.
Tόσο που είχε αρχίσει να φαίνεται το άσπρο ήταν πραγματικά σε άσχημη κατάσταση
Πήρα τα πινέλα μου, και άρχισα να της ζωγραφίζω χρώματα γύρω, γύρω . Αυτή συνέχισε να τραβάει τα χρώματα της για λίγη ώρα κουνώντας το κεφάλι της ρυθμικά, δεξιά και αριστερά αλλά ένα χαμόγελο που άρχισε να φαίνεται στα χείλη της μαρτυρούσε ότι οι σκέψεις της γίνονταν πιο ανάλαφρες.
Με την ολοκλήρωση του χαμόγελου της το λουλούδι άνθιζε μαζί της ευωδιάζοντας την .
Ο σκοπός του λουλουδιού είναι να ανθίσει , και χαρούμενο που το κατάφερε άρχισε να ευωδιάζει τον χώρο ερεθίζοντας ανεξιχνίαστους κόσμους .
Μια σταγόνα από την μυρωδιά του με προσκάλεσε ταξίδι, και έτσι βρέθηκα σε ένα αιωρούμενο κόκκινο χαλί να παίζω σουραύλι .
Ήταν ένα δώρο από αυτό, και από την χαρά μου, σε κάθε νότα που έπαιζα άρχισαν να βγαίνουν μαζί ,μυρωδιές ,ήχοι, και χρώματα .
Ταξιδεύαμε μαζί στον αέρα ,και άλλοι ήχοι, και χρώματα, μας συνόδευαν βάφοντας και τραγουδώντας μαζί μας .
περάσαμε όλη την μέρα παρέα με τον ήλιο ,και στο ηλιοβασίλεμα μας άφησε ένα τραγούδι και μια ζέστη στην καρδιά.
Ευτυχισμένος ,τράβηξε να ξυπνήσει την υπόλοιπη πλάση.
Tο χαλί ,με άφησε απαλά στο μπαλκόνι και οι μελωδίες στάθηκαν πλάι μου περιμένοντας .
το βράδυ είχε έρθει και ένα ψάρι ,κούνησε την ουρά του ασιμιζωντας, και καλώντας το φεγγάρι να σηκωθεί.
Τα άστρα λάμψανε στον ουρανό, και μια γαλήνη απλώθηκε παντού...







Τετάρτη

Έξω .


Στάθηκα μπροστά στη μεγάλη πόρτα
Αντί να χτυπήσω ένιωσα πνιγμό
Άρχισα να ξεροβήχω
Από τα φλέματα
Γεννιόντουσαν κύριοι
Περνάγαν μπροστά μου
Και πέρναν την σειρά
Κτυπούσαν ληθαργικά και έμπαιναν
Πνιγόμουν
Έβγαλα ένα περίεργο βήχα
Ένας καμπούρης αλλήθωρος
Γεννήθηκε απ αυτόν
Επ!
Είπε
Αυτοί παίρνουν την σειρά μου
Και χίμηξε μπροστά




Κυριακή

Σχίσμα.


Είναι κάποιες μέρες που φέρνουν την νύχτα με χαρά.
Της αφήνουν τον χώρο τους, κάθονται κοντά της,της λένε ιστορίες απαλές, και σοφές.
Της χαμογελάνε, και περιμένουνε κοντά της να λάμψει.
Πάντα γίνεται αυτό.
Ποτέ δεν τις απογοητεύει.
Και οι μέρες, ξεκινούν με χαρά πάλι, να πάνε να βρουν τις απομακρυσμένες νύχτες.
Να τις φέρουν εδώ, και να τις πουν ιστορίες μέχρι να λάμψουν.
Τότε είναι, που γίνεσαι και εσύ, μια σταγόνα που γλιστρά στον ουράνιο θόλο, προβάλλοντας τα χρώματα του ουράνιου τόξου.
Διαλέγεις μια φράουλα και κυλάς πάνω της ερεθίζοντας την και κάνοντας την να μοιάζει ιδρωμένη .
Αυτή , ανταποκρίνεται, και από τους πόρους της ελευθερώνονται μικρές σταγόνες που λαμπιρίζουν, και ταξιδεύουν στον αέρα, δίνοντας μια γεύση στην μέρα ,και μια μυρωδιά στον άνεμο.
Μυρωδιά, που κυλάει στα ρουθούνια των ελαφιών ,και τα κάνει να κοιτάξουν το φως και το χρώμα.
Το πέρασμα των ματιών τους συγκινούν τα πουλιά και αρχίζουν να κελαηδούν.
Σηκώνουν τον λαιμό τους προς τα πάνω ανοίγουν το στόμα τους.
Aφήνουν έναν στρόβιλο να παίξει απαλά στα τοιχώματα τους και να ακουστεί έξω ,το μελωδικό τους είναι.
Οι σταγόνες απλώνονται στα φύλλα, και τα ζώα βγαίνουν από τις φωλιές τους και τεντώνονται.
Η χλόη μακραίνει ένα πόντο καθώς ο ήλιος την χαϊδεύει, και τα μπουμπούκια ανθίζουν και ορθώνονται να τον κοιτάξουν καθώς περνάει από πάνω τους.
Και είναι τέτοιες στιγμές που βρίσκεσαι σε ένα μπαλκόνι με ένα ποτήρι στο χέρι, και που χωρίς να πηγαίνεις πουθενά είσαι παντού.
Και χωρίς να υπάρχεις ζεις .
Και αφήνεις ένα μουρμούρισμα να ξεμυτίσει από τα χείλια και να διαλέξει τις λέξεις που επιθυμεί.
Σηκώνεις το βλέμμα σου και νοιώθεις ότι ο δικός σου θόλος άλλαξε, και ενώθηκε με τον ουρανό.
Και μένεις εκεί χαμογελαστός.
Και μέσα στα αναφιλητά του μεσημεριού και στα παιχνιδίσματα του απογεύματος,ρουφάς την γεύση της γης, που ωρίμασε και άνθισε.
Σαν ναυαγός σε τοπίο υγρό.
Σε κάτι μαγικά ξεχασμένα κόλπα .
Και ακούς το μουρμούρισμα σου που έγινε τραγούδι.
Σαν αχνός χιτώνας αφήνεσαι στον άνεμο.
Και περιμένεις το φεγγάρι να βγει.
Γυμνό.
Όπως πάντα.
Για να σου μιλήσει για έρωτα.
Και συ αφήνεις το ποτήρι σου και βουτάς προς το μέρος του.
Και ας είναι προς τα πάνω.