Κυριακή

Tραγούδια


Ξύπνησα το πρωί και τα όνειρα τρέχανε αλόγιστα στο δωμάτιο
Άρπαξα το τσουβάλι και άρχισα να τα χώνω μέσα
Ποιος θέλει όνειρα παρά περά από την στιγμή που τους αρμόζει ;
Θέλω να πω είναι όμορφα αλλά αν τα κουβαλάς όλη την ώρα βαραίνεις και γίνονται και εφιάλτες
Ήθελα να καθαρίσω και τον ουρανό από πάνω μου , έτσι τα τσουβάλιασα και τράβηξα για τον κάδο
Ο γείτονας βγήκε να με προϋπαντήσει
Όχι εδώ μου είπε εδώ βάζουμε την βλακεία, τα όνειρα τα πετάμε στην πόλη
Κοίταξα τον κάδο
Τον έχετε γεμίσει του είπα
Άνοιξε το ντουλαπάκι στο στήθος στου και μου έδηξε μέσα με το δάχτυλο
Ε, έχουμε εργοστάσιο παραγωγής μου είπε χαμογελώντας απαλά
Ένα ροδοκόκκινο τοπίο και διάφορες καμινάδες με καπνούς φάνηκαν μέσα του
Έκλισα το ντουλαπάκι και του χαμογέλασα
Στην πόλη; Στην πόλη…
Τράβηξα ένα νήμα της ζωής μου και το πέταξα προς το νέφος .
Γαντζώθηκε σε καίριο σημείο έφερα το τσουβάλι στην πλάτη και άφησα το νέφος να με τραβήξει προς το μέρος του
Ένα απαλό αεράκι φύσηξε και με απογείωσε, προς το μέρος της πόλης
Οι πρωινές ακτίνες του ήλιου με κτύπαγαν στο πρόσωπο
Χαμογέλασα
Κοίτα , σκέφτηκα, κάποιοι μπορούμε να πετάμε στο μαύρο
Οι παλμοί μου άρχισαν να ανεβαίνουν και ένιωσα τις σφαίρες μου να αναδύονται μέσα μου
Άλλες διάφανες άλλες χρωματιστές
Το νήμα είχε γραπώσει κέντρο και έτσι αφού ο άνεμος με έστειλε στο κέντρο της πόλης άρχισα να στροβιλίζομαι γύρω της και να κατεβαίνω στο κέντρο της πόλης
Γκρίζα κτίρια
Μαύροι δρόμοι
Σκούρα πράγματα
Ένας έρωτας καθόταν γυρισμένος με το πρόσωπο στον τοίχο , τον πλησίασα , και τον χάιδεψα στην πλάτη
Ε! του είπα τι κάνεις έτσι γυρισμένος με το πρόσωπο στον τοίχο ;
Έμεινε ακούνητος αναπόσπαστος να κοιτάζει τον τοίχο εδώ μου είπε ήταν ένα τοπίο που λάτρευα να βλέπω
Γύρισε το κεφάλι τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα
Τον ακούμπησα απαλά στην πλάτη
Τυχερός είσαι αν μπορείς να ξεσπάς είπα
Σήκωσε το κεφάλι και πέταξε ψηλά προς τον ουρανό ελεύθερος
Σαν να άνοιξε μια τρύπα στο μαύρο για λίγο, και φάνηκε ο ουρανός καθάριος
Σήκωσα το κεφάλι και χαμογέλασα
Άφησα το τσουβάλι στο πεζοδρόμιο και τα όνειρα βρίσκοντας ευκαιρία ξεχύθηκαν στο δρόμο έφυγαν ελεύθερα στο παρόν .
Αστράφτοντας ενώθηκαν μαζί του.
Ήξερα
Άλλα θα γίνονταν τραγούδια
Άλλα θα φώτιζαν για μια στιγμή την ζωή
Και άλλα θα έμεναν όπως τους αρμόζει

Άπιαστα.










Τετάρτη

Σαραβαλιασμένες μηχανές


Βγήκα στον δρόμο
Οι άνθρωποι
Πέρναν τα λουριά τους και δένονταν
Δεν μπορούσαν να αντέξουν ελεύθεροι
Κάθε φορά που το κατάφερναν
Έκαναν καυγά
Η γύρευαν να βρουν καινούρια λάθη
Για να μειώνουν τον εαυτό τους
Άλλωστε είναι η ώρα για δουλειά
Και η ελευθέρια κοστίζει
Δεν πληρώνει
Άρχισα να πετάω σίδερα
Και εξαρτήματα
Απ την μηχανή που είχα καταντήσει
Μη !!!!
Μου φώναξε το κατασκεύασμα
Αυτός είναι ο σωλήνας του οξυγόνου
Μη !!!!
Πέταγα τις λαμαρίνες
Γύρω μου πέρναγαν
Πλήρως εξοπλισμένες γέννες
Μερικοί μου ζήτησαν εξαρτήματα
Χαμογέλασα
Σαραβαλιασμένες μηχανές
έστεκαν στο περιθώριο
Καμώνοντας ατμούς
Η μέρα βρέχει ξεσπά γελάει βρίζει μα...
Ποιος δίνει σημασία;
Χάδεψα με το πόδι την γη
Και κοίταξα πάνω
Η βροχή μου έπλυνε το πρόσωπο
Παρθένα γνώση
Πουτάνα ζωή
Κι στο ενδιάμεσο
Να κλαιμε
Γιατί είμαστε η λάσπη
Που έπεσε απ τ άπειρο



Κυριακή

Ο βασιλιάς και ο υπηρέτης





Ο υπηρέτης σηκώθηκε το πρωί και έβαλε τα πιάτα στην ευθεία δημιουργώντας τέλεια συμμετρία . Σερβίρε το πρωινό και φώναξε τον βασιλιά να κατέβει .Περίμενε την καθορισμένη ώρα του πρωινού , και αφού η ώρα πέρασε και ο βασιλιάς δεν κατέβηκε, μάζεψε το πρωινό , και τράβηξε στον στάβλο για να σελώσει το άλογο .
Ήταν στην υπηρεσία του βασιλιά από μικρό παιδί ,και τον ευχαριστούσε να τον υπηρετεί ,παρόλο, που ο βασιλιάς ήταν ιδιότροπος, και δεν του μιλούσε σχεδόν ποτέ ,ούτε και του έδινε καμία σημασία. Αυτός πραγματικά ευχαριστιότανε να τον υπηρετεί, είχε μεγαλώσει μέσα στο παλάτι καθώς η μάνα του ήταν και αυτή υπηρέτρια εκεί, και στα τόσα χρόνια που ζούσε θα ήταν ζήτημα αν είχε ακούσει μια φορά την φωνή του βασιλιά . Αυτό όμως τον ευχαριστούσε, έδειχνε ότι έκανε καλή δουλειά, και ότι ο βασιλιάς δεν είχε βρει ποτέ λόγο να παραπονεθεί .
Πόσο χρόνων να ήταν; Πάνω κάτω, θα πρέπει να ήταν συνομήλικοι, εβδομήντα τεσσάρων χρόνων , και ο βασιλιάς δεν είχε παντρευτεί ποτέ. Ούτε και αυτός, και δεν καλούσε ποτέ κόσμο στο παλάτι . αλλά καλύτερα έτσι , οι δυο τους .Η ώρα της ιππασίας του βασιλιά είχε περάσει ,και αφού αυτός δεν φάνηκε ,χάιδεψε απαλά το άλογο στο κεφάλι , το ξεσέλωσε , το έβαλε στον στάβλο , και πήγε στην κουζίνα για να ετοιμάσει το μεσημεριανό γεύμα .
Έφερε το καλύτερο κρασί από το κελάρι ,και ανέβηκε την δρύινη σκάλα που οδηγούσε στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του βασιλιά. Πάντα τον εντυπωσίαζε η απλότητα του ,ο βασιλιάς ήταν σοφός άνθρωπος ,μέσα στο παλάτι δεν έβλεπες τίποτα μάταιο , δεν υπήρχε για παράδειγμα ούτε ένα κάδρο του βασιλιά όπως στα αλλά φανταχτερά παλάτια , μα μόνο καθαριότητα και ηρεμία .
Αυτός φρόντιζε για αυτό , και ήταν πολύ χαρούμενος για αυτό .Αισθανόταν πολύ χαρούμενος που έκανε καλά την δουλεία του, να υπηρετείτον βασιλιά .Μα ακόμα και που του ήρθε ένα χαμόγελο στα χείλη, δεν έπρεπε να το αφήσει να φανεί .Τόσα χρόνια είχε εκτελέσει άψογα τα καθήκοντα του, και δεν υπήρχε λόγος τώρα στα τελειώματα της ζωής του να μην δήξει σοβαρότητα . Έτσι, πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε την πόρτα ενημερώνοντας τον βασιλιά ότι το γεύμα ήταν έτοιμο .
Δεν πήρε απάντηση , κατέβηκε ,άναψε το τζάκι , και περίμενε την άφιξη του βασιλιά .Η ώρα του γεύματος πέρασε , ο βασιλιάς δεν κατέβηκε , και έτσι μάζεψε το τραπέζι και αποσύρθηκε στο καμαράκι του για την μεσημεριανή του ξεκούραση .
Το απόγευμα είχε να ποτίσει τους κήπους του παλατιού και να ετοιμάσει το δείπνο, θα χρειαζότανε ξεκούραση .Θα του έφτιαχνε το αγαπημένο του , φασιανό γεμιστό με κουκουναριά και κάστανα , που ήξερε πως του αρέσει πολύ . θα κατέβαινε άραγε ο βασιλιάς να φαει; Και άραγε πως να ήταν στην όψη ; τον θυμάται σαν μια φευγαλέα σκιά που έμπαινε στα ιδιαίτερα δωμάτια προτού κλίσει με δύναμη η πόρτα από όταν ήταν παιδί ,περίεργο, από τότε δεν θυμάται άλλη εικόνα του όσο και αν προσπαθούσε , μα είχε πια μεγαλώσει και η μνήμη του δεν τον βοηθούσε .Θα έφτιαχνε το αγαπημένο του γεύμα Θα ερχόταν άραγε; Πρέπει να ερχόταν, τόσα χρόνια δεν τον είχε δει.
Ταράχτηκε , ένοιωσε την καρδιά του να βαράει δυνατά και ακανόνιστα και ένας πόνος του έσκισε την πλάτη . Μια δύσπνοια άρχισε να ανεβαίνει από την βάση του θώρακα , και η ανάσα του έγινε πιο δύσκολη .Οι παλμοί του άρχισαν να βαράνε μες τα μελίγγια του και άρχισε να νιώθει το σώμα του να εξασθενεί.
Πεθαίνω , σκέφτηκε .
Πρέπει να ειδοποιήσω τον βασιλιά.
Ανέβηκε την δρύινη σκάλα με τα βίας ,και έφτασε έξω από τα ιδιαίτερα δωμάτια .Αν και ο μόνος υπηρέτης του βασιλιά η είσοδος στα ιδιαίτερα δωμάτια δεν του επιτρεπότανε , για να μπει μέσα χρειαζότανε ειδική άδεια , που ο βασιλιάς δεν του την είχε δώσει ποτέ.
Τι να κάνω; Σκέφτηκε.
Μα ένας ακόμα πιο δυνατός πόνος τον έριξε στα γόνατα.Έφερε το αριστερό χέρι του στην καρδιά του και με το δεξί στηρίχτηκε στο πόμολο της πόρτας βάζοντας δύναμη για να σηκωθεί.Από το βάρος του κορμιού του , η πόρτα άνοιξε και αυτός αδύναμος βρέθηκε σωριασμένος στο πάτωμα του δωματίου .
Έβαλε τα χέρια του για να σηκωθεί , και αισθάνθηκε εφορεία που επιτέλους, θα έβλεπε τον βασιλιά . Βασιλιά. Είπε Καθώς προσπαθούσε με τις τελευταίες του δυνάμεις να σηκωθεί
Συγχώρεσε με που μπήκα χωρίς άδεια μέσα στα ιδιαίτερα δωμάτια, μα πεθαίνω...
Το πρόσωπο του άρχισε να απομακρύνετε από το πάτωμα και βάζοντας όλες του τις δυνάμεις,σήκωσε τον λαιμό του, και κοίταξε για πρώτη φορά το δωμάτιο του βασιλιά .
Ένιωσε το πιο παράξενο συναίσθημα που είχε νιώσει ποτέ Το δωμάτιο ήταν καλυμμένο από τόνους σκόνης και αραχνιασμένο , ενώ ένας απόκοσμος αέρας του χτύπησε το πρόσωπο.Κοίταξε το κρεβάτι του βασιλιά , ήταν στρωμένο και σκεπασμένο σκόνη , ενώ οι ιστοί των αραχνών είχαν φτιάξει ένα πελώριο τούλι που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος του .
Πήρε μια βαθιά ανάσα από κείνο τον απόκοσμο αέρα , και κοίταξε καλύτερα τον χορό .

Το στέμμα του βασιλιά, ήταν αφημένο πάνω στο τραπέζι, καλυμμένο με το αραχνιασμένο τοπίο. Ένοιωσε την τελευταία ανάσα να φεύγει, και τις μνήμες του να χορεύουν όταν θυμήθηκε.
Πως ποτέ δεν είχε ακούσει την φωνή του
Ποτέ δεν είχε δει την εικόνα του
Ποτέ δεν είχε δοκιμάσει το φαγητό του
Και τότε κατάλαβε
Ο βασιλιάς που υπηρετούσε τόσα χρόνια .
Δεν υπήρξε ποτέ .



Παρασκευή

Κινώντας.


Ο άντρας καθόταν στην κουζίνα και περίμενε το τραμ να περάσει

Η γυναίκα στο μπάνιο έβαζε το κοκκινάδι της

-λοιπόν φεύγω για δουλειά του είπε θες να σε παω;

- θα πάρω το τραμ απάντησε

τον γλυκοκοίταξε και έφυγε

άφησε την νεύρωση του να φύγει από τον αυχένα

και ξύπνησε τις αισθήσεις

τράβηξε το κορδονάκι που ανάβει το φως

και άφησε το σπίτι σιγά, σιγά να ξεφουσκώνει

το έκλεισε στο κουτάκι

γύρω του φάνηκε η πλάση

άρχισε να τραγουδάει με τα πουλιά

κοίταξε τα βουνά γύρω

του έστειλαν οξυγόνο

του είχε λείψει η θάλασσα

άνοιξε το κεφάλι του και έβγαλε ένα κοχύλι που είχε κρατήσει από το καλοκαίρι

το κοχύλι άρχισε να του τραγουδάει την θάλασσα

έκατσε να την άκουει

η θάλασσα τον πλημμύρισε γύρω

το φεγγάρι σηκώθηκε πίσω απ την πλάτη του και φώτιζε τα νερά

άνοιξε το κουτάκι και άφησε το σπίτι να βγει στην θέση του

η γυναίκα γύρισε στο σπίτι

-πως ήταν η μέρα σου ;

τον ρώτησε

το κοκκινάδι ήταν στην θέση του

-όμορφη

της απάντησε

και κάναν ερώτα

έτσι και αλλιώς

δεν υπάρχει χαμένος καιρός .