Παρασκευή
Τρίτη
Με βλέμμα στο μέλλον

Πίσω από την πλάτη του ποδηλάτη , ο ήλιος σηκώθηκε χαρωπός αφήνοντας τις αχτίνες του να φωτίσουν τους δρόμους.
Ο νεαρός με το ποδήλατο σήκωσε τον υαλοκαθαριστήρα του αυτοκινήτου και άφησε το φυλλάδιο , συνεχίζοντας την ποριά του σε όχι και τόσο ποιοτικούς δρόμους.
Τα πουλιά πάνω στις λεμονιές άρχισαν να τιτιβίζουν και οι πρώτες νοικοκυρές βγήκαν για να σκουπίσουν τις αυλές τους
Ο κάτοχος του αυτοκινήτου βγήκε για να ξεκινήσει την μέρα του και το βλέμμα του παρόλο τους βαθμούς μυωπίας του έπεσε πάνω στο φυλλάδιο.
Το πείρε στα χέρια του απορημένος και αγανακτισμένος.
Τόσα χρόνια ζούσε με τον τρόμο πως θα ξυπνήσει κάποιο πρωί και θα έχει δεχτεί κλίση για παράνομο παρκάρισμα έξω από το σπίτι του. Έτσι άρχισε να διαβάζει με ενδιαφέρων...
Η νέα κλινική
/Διάβαζε.../
Τώρα δίνει λύση στο πρόβλημα σας
Μυωπία!
Αρθριτικά ;
Αυξημένη χοληστερίνη ;
Με μια μικροεπέμβαση το πρόβλημα σας λύνεται γρήγορα και χωρίς να περιμένετε στην σειρά , με ελάχιστο κόστος.
Άδεια εργασίας χορηγείται από την πρώτη επίσκεψη !
-Αληλουλια ! Είπε.
Επιτέλους το αμερικανικό όνειρο είναι εδώ .
Χωρίς να το πολυσκεφτεί ,πήρε το αυτοκίνητο του και κατευθύνθηκε προς το νοσοκομείο .
Στην είσοδο η νοσοκόμα τον περίμενε .
-Καλημέρα σας τι θα θέλατε;
-Να, έχω λίγο μυωπία και θα ήθελα να κάνω μια μικροεπέμβαση .
-Μάλιστα !Περάστε στον τομέα Β5 .
Ο γιατρός τον υποδέχτηκε αμέσως .
-Ελατέ, περάστε καθίστε .
-Να ξέρεται εγώ....
-Ηρεμήστε, είναι όλα υπό έλεγχο ...
-Ναι αλλά δεν σας είπα...
Η νοσοκόμα μπήκε χαμογελαστή στο γραφείο λυγίζοντας το δεξί τις πόδι μπρος τα πίσω και ανοίγοντας τις παλάμες των χεριών της προς τα έξω.
-Λοιπόν ; είπε.
-Ετοιμάσετε το χειρουργείο είπε ο γιατρός
-Ναι... ξέρετε μυωπία έχω ,είπε ο πελάτης
-Μην ανησυχείτε έτοιμο το χειρουργείο δεσποινίς ;
-Μάλιστα προφέσορ
Πριν καλά ,καλά το καταλάβει βρισκόταν στο χειρουργικό κρεβάτι και ο γιατρός από πάνω του με ένα ηλεκτρικό κοπτήρα σε εγρήγορση άρχισε να του ξιγεί το όνειρο
-Λοιπόν
Του είπε ενώ η νοσοκόμα του σκούπιζε το μέτωπο
-Υπάρχουν δυο μέθοδοι ο φτηνός , και ο ακριβός ποιον θέλετε ;
-Να ζήσω! είπε ο άνθρωπος
-Θα ζήσετε, μην ανησυχείτε δεσποινίς τον φτηνό τρόπο παρακαλώ
-Μάλιστα κύριε
-Για να θεραπεύσουμε ολικά το πρόβλημα πρέπει να ανοίξουμε την κοιλιακή χώρα δεσποινίς τοπική αναισθησία!
-Τοπική μα!
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και το υγρό άρχισε να κυλά στις φλέβες του
Ο γιατρός άρχισε να κάνει την δουλειά του
Ο αναισθησιολόγος κοίταγε με ενδιαφέρων ενώ τα αίματα του ασθενή άρχισαν να πετάγονται παντού
Και ξαφνικά
Ο γιατρός άρχισε να γέρνει προς τα πίσω κρατώντας το κοπίδι στα χέρια . ο ασθενής άρχισε να φωνάζει
-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!
Η νοσοκόμα έσπευσε να τον καθησυχάσει
-Μην ανησυχείτε απλά του τελείωσαν τα κέρματα
Ο ασθενής επέμενε
-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!
Ο αναισθησιολόγος τον πλησίασε
-Κύριε θα ρέπει να του ρίξετε είκοσι ευρό για να ξεκινήσει
Ο ασθενής τρελάθηκε εντελώς
-Είκοσι ευρό τι εννοείτε είκοσι ευρό;
-Να! εδώ στην χαραμάδα πίσω από το πουκάμισο έχει μια σχισμή που παίρνει τα κέρματα , δέκα δυευρα μόλις του ρίξετε συνεχίζει
Ο ασθενής αναφώνησε
-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!! Πιστωτική παίρνει;
-Ω ! λυπάμαι εντελώς. είναι παλιό μοντέλο, παίρνει μόνο κέρματα
-Και τώρα τι πρέπει να γίνει ;
-Ε! Ριχτέ του κέρματα
-Μα δεν έχω
-Πηγαίνετε στο περίπτερο να χαλάσετε τότε
-Ανοιγμένος άνθρωπος;
-Δεν μπορούμε να παμε εμείς, έχουμε αποστειρωμένα τα χέρια μας .
Είπε ο αναισθησιολόγος δείχνοντας τα χέρια του με τα γάντια μαζί με την νοσοκόμα.
-Σας έχουμε βάλει στηρίγματα στα πλάγια και αν βάλετε τα χέρια μπροστά από την κοιλιά δεν πρόκειται να βγουν τα άντερα .
-Τελικά οι άνθρωποι είναι μαλακές .είπε
Με το που το είπε αυτό η νοσοκόμα έφτυσε το χέρι της και το πέρασε μέσα από το βρακάκι της ακουμπώντας το αιδοίο της
-Ευχαριστώ για την άμεση ανταπόκριση
Είπε ο ασθενής καθώς σηκωνόταν κρατώντας τα άντερα του για να παει μπρος το περίπτερο .
Ευτυχώς το περίπτερο δεν ήταν μακριά και έτσι κατάφερε να φτάσει
-Μπορείτε να μου χαλάσετε ένα εικοσαευρο σε κέρματα των δυο ευρό; Πεθαίνω...
-Να σου δώσω πέντε των δυο ευρό και δυο πεντάνευρα; Δεν έχω...
-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
-Καλά ντε πως κάνετε έτσι ορίστε....
Έφτασε με το ζόρι στο χειρουργείο και ξάπλωσε στο κρεβάτι τράβηξε τον σταματημένο γιατρό προς το μέρος του άρχισε να τα ρίχνει, ένα, δυο, δέκα
Ο γιατρός πήρε μπρος και με περισσό ζήλο ολοκλήρωσε το έργο του
-Λοιπόν; Είπε
-Τα είδα όλα...
Απάντησε ο ασθενής
-Πετυχημένη η επέμβαση λοιπόν ...
Φτάνοντας στο ταμείο για να πληρώσει η νοσοκόμα του έδωσε το τηλέφωνο της
Αυτός τα κλειδιά του αυτοκινήτου ,έναντι
Του χαμογέλασε.
Ο νεαρός με το ποδήλατο σήκωσε τον υαλοκαθαριστήρα του αυτοκινήτου και άφησε το φυλλάδιο , συνεχίζοντας την ποριά του σε όχι και τόσο ποιοτικούς δρόμους.
Τα πουλιά πάνω στις λεμονιές άρχισαν να τιτιβίζουν και οι πρώτες νοικοκυρές βγήκαν για να σκουπίσουν τις αυλές τους
Ο κάτοχος του αυτοκινήτου βγήκε για να ξεκινήσει την μέρα του και το βλέμμα του παρόλο τους βαθμούς μυωπίας του έπεσε πάνω στο φυλλάδιο.
Το πείρε στα χέρια του απορημένος και αγανακτισμένος.
Τόσα χρόνια ζούσε με τον τρόμο πως θα ξυπνήσει κάποιο πρωί και θα έχει δεχτεί κλίση για παράνομο παρκάρισμα έξω από το σπίτι του. Έτσι άρχισε να διαβάζει με ενδιαφέρων...
Η νέα κλινική
/Διάβαζε.../
Τώρα δίνει λύση στο πρόβλημα σας
Μυωπία!
Αρθριτικά ;
Αυξημένη χοληστερίνη ;
Με μια μικροεπέμβαση το πρόβλημα σας λύνεται γρήγορα και χωρίς να περιμένετε στην σειρά , με ελάχιστο κόστος.
Άδεια εργασίας χορηγείται από την πρώτη επίσκεψη !
-Αληλουλια ! Είπε.
Επιτέλους το αμερικανικό όνειρο είναι εδώ .
Χωρίς να το πολυσκεφτεί ,πήρε το αυτοκίνητο του και κατευθύνθηκε προς το νοσοκομείο .
Στην είσοδο η νοσοκόμα τον περίμενε .
-Καλημέρα σας τι θα θέλατε;
-Να, έχω λίγο μυωπία και θα ήθελα να κάνω μια μικροεπέμβαση .
-Μάλιστα !Περάστε στον τομέα Β5 .
Ο γιατρός τον υποδέχτηκε αμέσως .
-Ελατέ, περάστε καθίστε .
-Να ξέρεται εγώ....
-Ηρεμήστε, είναι όλα υπό έλεγχο ...
-Ναι αλλά δεν σας είπα...
Η νοσοκόμα μπήκε χαμογελαστή στο γραφείο λυγίζοντας το δεξί τις πόδι μπρος τα πίσω και ανοίγοντας τις παλάμες των χεριών της προς τα έξω.
-Λοιπόν ; είπε.
-Ετοιμάσετε το χειρουργείο είπε ο γιατρός
-Ναι... ξέρετε μυωπία έχω ,είπε ο πελάτης
-Μην ανησυχείτε έτοιμο το χειρουργείο δεσποινίς ;
-Μάλιστα προφέσορ
Πριν καλά ,καλά το καταλάβει βρισκόταν στο χειρουργικό κρεβάτι και ο γιατρός από πάνω του με ένα ηλεκτρικό κοπτήρα σε εγρήγορση άρχισε να του ξιγεί το όνειρο
-Λοιπόν
Του είπε ενώ η νοσοκόμα του σκούπιζε το μέτωπο
-Υπάρχουν δυο μέθοδοι ο φτηνός , και ο ακριβός ποιον θέλετε ;
-Να ζήσω! είπε ο άνθρωπος
-Θα ζήσετε, μην ανησυχείτε δεσποινίς τον φτηνό τρόπο παρακαλώ
-Μάλιστα κύριε
-Για να θεραπεύσουμε ολικά το πρόβλημα πρέπει να ανοίξουμε την κοιλιακή χώρα δεσποινίς τοπική αναισθησία!
-Τοπική μα!
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και το υγρό άρχισε να κυλά στις φλέβες του
Ο γιατρός άρχισε να κάνει την δουλειά του
Ο αναισθησιολόγος κοίταγε με ενδιαφέρων ενώ τα αίματα του ασθενή άρχισαν να πετάγονται παντού
Και ξαφνικά
Ο γιατρός άρχισε να γέρνει προς τα πίσω κρατώντας το κοπίδι στα χέρια . ο ασθενής άρχισε να φωνάζει
-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!
Η νοσοκόμα έσπευσε να τον καθησυχάσει
-Μην ανησυχείτε απλά του τελείωσαν τα κέρματα
Ο ασθενής επέμενε
-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!
Ο αναισθησιολόγος τον πλησίασε
-Κύριε θα ρέπει να του ρίξετε είκοσι ευρό για να ξεκινήσει
Ο ασθενής τρελάθηκε εντελώς
-Είκοσι ευρό τι εννοείτε είκοσι ευρό;
-Να! εδώ στην χαραμάδα πίσω από το πουκάμισο έχει μια σχισμή που παίρνει τα κέρματα , δέκα δυευρα μόλις του ρίξετε συνεχίζει
Ο ασθενής αναφώνησε
-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!! Πιστωτική παίρνει;
-Ω ! λυπάμαι εντελώς. είναι παλιό μοντέλο, παίρνει μόνο κέρματα
-Και τώρα τι πρέπει να γίνει ;
-Ε! Ριχτέ του κέρματα
-Μα δεν έχω
-Πηγαίνετε στο περίπτερο να χαλάσετε τότε
-Ανοιγμένος άνθρωπος;
-Δεν μπορούμε να παμε εμείς, έχουμε αποστειρωμένα τα χέρια μας .
Είπε ο αναισθησιολόγος δείχνοντας τα χέρια του με τα γάντια μαζί με την νοσοκόμα.
-Σας έχουμε βάλει στηρίγματα στα πλάγια και αν βάλετε τα χέρια μπροστά από την κοιλιά δεν πρόκειται να βγουν τα άντερα .
-Τελικά οι άνθρωποι είναι μαλακές .είπε
Με το που το είπε αυτό η νοσοκόμα έφτυσε το χέρι της και το πέρασε μέσα από το βρακάκι της ακουμπώντας το αιδοίο της
-Ευχαριστώ για την άμεση ανταπόκριση
Είπε ο ασθενής καθώς σηκωνόταν κρατώντας τα άντερα του για να παει μπρος το περίπτερο .
Ευτυχώς το περίπτερο δεν ήταν μακριά και έτσι κατάφερε να φτάσει
-Μπορείτε να μου χαλάσετε ένα εικοσαευρο σε κέρματα των δυο ευρό; Πεθαίνω...
-Να σου δώσω πέντε των δυο ευρό και δυο πεντάνευρα; Δεν έχω...
-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
-Καλά ντε πως κάνετε έτσι ορίστε....
Έφτασε με το ζόρι στο χειρουργείο και ξάπλωσε στο κρεβάτι τράβηξε τον σταματημένο γιατρό προς το μέρος του άρχισε να τα ρίχνει, ένα, δυο, δέκα
Ο γιατρός πήρε μπρος και με περισσό ζήλο ολοκλήρωσε το έργο του
-Λοιπόν; Είπε
-Τα είδα όλα...
Απάντησε ο ασθενής
-Πετυχημένη η επέμβαση λοιπόν ...
Φτάνοντας στο ταμείο για να πληρώσει η νοσοκόμα του έδωσε το τηλέφωνο της
Αυτός τα κλειδιά του αυτοκινήτου ,έναντι
Του χαμογέλασε.
Δεν το είχε προσέξει πριν, ήταν νόστιμη...
Δευτέρα
Το κορίτσι άνεμος

Πάνω στα βουνά του όρους Εράντελ από τον έρωτα των αστεριών , από την βροχή και τις μέλισσες , κάτω από το απαλό θρόισμα του αέρα γεννήθηκε το κορίτσι άνεμος.
Ετούτη είναι η ιστορία του , που ο άνθρωπος γνωρίζει και έπειτα ξεχνάει.
Φύσαγε από ψηλά στην πολιτεία των Μάγκθουδ , η κατέβαινε θροΐζοντας απαλά τα σοκάκια της και άλλοτε ανακατεύοντας τα φρούτα στην αγορά των ανθρώπων η τα μαλλιά τους , τους πείραζε κάνοντας τους ανθρώπους να χαμογελάν με τα πειράγματα της και άλλοτε στα λιβάδια της κοιλάδας του Νορθέθ χάραζε μονοπάτια δείχνοντας το δρόμο στους περαστικούς του κόσμου αφήνοντας την πορεία της στα σχήματα των δέντρων δείχνοντας από πού πέρασε , και τι.
Πόσο την αγαπούσαν οι άνθρωποι στην πόλη των Μάγκθουδ !
Έλαμπαν στο χαμόγελο τους και κοκκίνιζαν στα μάγουλα– γιατί το χρώμα δείχνει την φόρμα - από ευτυχία όταν αναφέρονταν σε αυτή .
Και αυτή στην χαρά της στροβίλιζε στα φύλλα στα σοκάκια σηκώνοντας τα ψηλά δείχνοντας στους ανθρώπους πως ο άνεμος υπάρχει μέσα τους .
Τότε την ερωτεύτηκε ο Μάλκοθ ο ξυλουργός, και πέρασαν χαρμόσυνους καιρούς ,μα μια μέρα φτερνίστηκε και ήξερε πως έπρεπε να φύγει.
Ετούτη είναι η ιστορία του , που ο άνθρωπος γνωρίζει και έπειτα ξεχνάει.
Φύσαγε από ψηλά στην πολιτεία των Μάγκθουδ , η κατέβαινε θροΐζοντας απαλά τα σοκάκια της και άλλοτε ανακατεύοντας τα φρούτα στην αγορά των ανθρώπων η τα μαλλιά τους , τους πείραζε κάνοντας τους ανθρώπους να χαμογελάν με τα πειράγματα της και άλλοτε στα λιβάδια της κοιλάδας του Νορθέθ χάραζε μονοπάτια δείχνοντας το δρόμο στους περαστικούς του κόσμου αφήνοντας την πορεία της στα σχήματα των δέντρων δείχνοντας από πού πέρασε , και τι.
Πόσο την αγαπούσαν οι άνθρωποι στην πόλη των Μάγκθουδ !
Έλαμπαν στο χαμόγελο τους και κοκκίνιζαν στα μάγουλα– γιατί το χρώμα δείχνει την φόρμα - από ευτυχία όταν αναφέρονταν σε αυτή .
Και αυτή στην χαρά της στροβίλιζε στα φύλλα στα σοκάκια σηκώνοντας τα ψηλά δείχνοντας στους ανθρώπους πως ο άνεμος υπάρχει μέσα τους .
Τότε την ερωτεύτηκε ο Μάλκοθ ο ξυλουργός, και πέρασαν χαρμόσυνους καιρούς ,μα μια μέρα φτερνίστηκε και ήξερε πως έπρεπε να φύγει.
Τότε σήκωσε μια αντάρα ψηλά και οι βροχές έτρεξαν να την συναντήσουν και να απαλύνουν τον πόνο της .
Τρεις μέρες έβρεχε και αυτή έτρεχε μανιασμένη μέσα στην πόλη κρυώνοντας παρά πολλούς έτσι αυτοι αναγκάστηκαν να βήξουν, και ακούγοντας το αυτό το κορίτσι άνεμος σηκώθηκε ψηλά κατακόρυφα και λυπημένο, στάθηκε για λίγο στον ουρανό, και έπειτα τράβηξε για το το δάσος των μυστηρίων .
Εκεί την είδα για πρώτη φορά να μιλάει με ένα ρυάκι κάτω από το απαλό φως του ήλιου ενώ η χλόη έλεγε το τραγούδι της και πάνω στο δέντρο τα πουλιά άρχισαν να κελαηδάνε .
Τρεις μέρες έβρεχε και αυτή έτρεχε μανιασμένη μέσα στην πόλη κρυώνοντας παρά πολλούς έτσι αυτοι αναγκάστηκαν να βήξουν, και ακούγοντας το αυτό το κορίτσι άνεμος σηκώθηκε ψηλά κατακόρυφα και λυπημένο, στάθηκε για λίγο στον ουρανό, και έπειτα τράβηξε για το το δάσος των μυστηρίων .
Εκεί την είδα για πρώτη φορά να μιλάει με ένα ρυάκι κάτω από το απαλό φως του ήλιου ενώ η χλόη έλεγε το τραγούδι της και πάνω στο δέντρο τα πουλιά άρχισαν να κελαηδάνε .
Περνούσαμε καιρό μαζί , μα μια μέρα έβηξα και ξέραμε και οι δυο πως έπρεπε να φύγουμε από κει .
Μου έδωσε την αγάπη της εκείνη την μέρα και έπειτα τραβήξαμε τον δρόμο μας .
Έμαθα την συνέχεια της ιστορίας της χρόνια μετά γύρισε στην πόλη των Μάγκθουδ και ερωτεύτηκε τον Έδερ τον σιδερά , θεωρούσε επειδή ο Έδερ έπαιζε με την φωτιά ότι αυτό θα τον ζέσταινε και δεν θα κρύωνε ποτέ αλλά μια μέρα κάνοντας τα τερτίπια της στον χώρο που δούλευε κόντεψε να τον κάψει ζωντανό.
Από τότε έφυγε από την πόλη και δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς .
Μονό ένας ναυτικός λέει ότι τελικά την αγάπησε η θάλασσα, και πως την είχε συναντήσει μια φορά κοντά στις ακτές στα νησιά του Νολθούμπ όταν έκανε την βάρδια του στην πλώρη. Ηταν χαρούμενη και ευτυχισμένη όπως παλιά και χόρευε στο κατάστρωμα .
Και πως από τότε μέσα στους αιώνες θα την έχουν γνωρίσει πολλοί άνθρωποι.
Και πως και αυτός, θα έμενε και άλλο μαζί της, αν δεν ήταν αυτός ο αναθεματισμένος τσιγαρόβηχας .
Του μίλησα για ένα βότανο στο βουνό του Πάνμουρ .
Και είπε πως θα πάει .
Μου έδωσε την αγάπη της εκείνη την μέρα και έπειτα τραβήξαμε τον δρόμο μας .
Έμαθα την συνέχεια της ιστορίας της χρόνια μετά γύρισε στην πόλη των Μάγκθουδ και ερωτεύτηκε τον Έδερ τον σιδερά , θεωρούσε επειδή ο Έδερ έπαιζε με την φωτιά ότι αυτό θα τον ζέσταινε και δεν θα κρύωνε ποτέ αλλά μια μέρα κάνοντας τα τερτίπια της στον χώρο που δούλευε κόντεψε να τον κάψει ζωντανό.
Από τότε έφυγε από την πόλη και δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς .
Μονό ένας ναυτικός λέει ότι τελικά την αγάπησε η θάλασσα, και πως την είχε συναντήσει μια φορά κοντά στις ακτές στα νησιά του Νολθούμπ όταν έκανε την βάρδια του στην πλώρη. Ηταν χαρούμενη και ευτυχισμένη όπως παλιά και χόρευε στο κατάστρωμα .
Και πως από τότε μέσα στους αιώνες θα την έχουν γνωρίσει πολλοί άνθρωποι.
Και πως και αυτός, θα έμενε και άλλο μαζί της, αν δεν ήταν αυτός ο αναθεματισμένος τσιγαρόβηχας .
Του μίλησα για ένα βότανο στο βουνό του Πάνμουρ .
Και είπε πως θα πάει .
Παρασκευή
Κοίτα το κήτος στην κήτη κείτεται

Αφού ταξίδεψε πολλούς
Σε πράματα αφάνταστα και άφταστα για αυτούς
Οι επιβάτες εξομοιώθηκαν με το ταξίδι
Ίσα θεώρησαν την αδράνεια τους με την κίνηση
Και ζήτησαν ρέστα για το σέρβις
Μα , στο σταθμό των υπεραστικών βοών τους
Το τρένο τους έταξε ακόμα μια βόλτα
Μαζεύτηκαν ολοταχώς από το ξεμούδιασμα τους
Και επιβιβάσθηκαν τάχιστα
Τότε ο λύκος στην οροφή του ούρλιαξε
Και η εικόνα μαζί με την μάζα έφυγε εμπρός
Συνηθισμένοι από την κίνηση της ταχύτητας της εποχής
Και έμεινε το τρένο διάφανο
Συνέχισε την πορεία του
Τσαφ τσουφ
Επόμενος σταθμός
Άπαντα-χου-παρών .
Σε πράματα αφάνταστα και άφταστα για αυτούς
Οι επιβάτες εξομοιώθηκαν με το ταξίδι
Ίσα θεώρησαν την αδράνεια τους με την κίνηση
Και ζήτησαν ρέστα για το σέρβις
Μα , στο σταθμό των υπεραστικών βοών τους
Το τρένο τους έταξε ακόμα μια βόλτα
Μαζεύτηκαν ολοταχώς από το ξεμούδιασμα τους
Και επιβιβάσθηκαν τάχιστα
Τότε ο λύκος στην οροφή του ούρλιαξε
Και η εικόνα μαζί με την μάζα έφυγε εμπρός
Συνηθισμένοι από την κίνηση της ταχύτητας της εποχής
Και έμεινε το τρένο διάφανο
Συνέχισε την πορεία του
Τσαφ τσουφ
Επόμενος σταθμός
Άπαντα-χου-παρών .
Τετάρτη
Το τσίρκο

τρέχει το τσίρκο μέσα στην πόλη
μπαλόνια φουσκώνουν χορεύουν οι κλόουν
όπου σταθώ και όπου ρωτήσω
μου λένε όλοι ήρθε το τσίρκο
με ένα μαστίγιο κάνουνε κόλπα
παιδιά κοιτάνε με ανοιχτό το στόμα
οι θεατές τα ορμηνεύουν
ήρθε το τσίρκο και όλοι χορεύουν
άλλες, γυναίκες κοιτάνε μια γυάλα
διαβάζουν μοίρα και σου λένε τα άστρα
φακίρηδες που σπαθιά καταπίνουν
πατάνε σε καρφιά και μάτι δεν κλείνουν
θηριοδαμαστές με καλσόν Και βάτες
οι μαζορετες τους οι ακροβάτες
χοροπηδάνε δυο σε ένα άσπρο σεντόνι
δες εκτινάσσεται ο άνθρωπος κανόνι
στέκετε ένας σε σαράντα ποτήρια
και στο κεφάλι του γυρνάν πιάτα με ξύλα
ήρθε το τσίρκο χαράς ευαγγέλια
άντε, ελάτε! Είναι όλα τέλεια
τόσο τέλεια .
μπαλόνια φουσκώνουν χορεύουν οι κλόουν
όπου σταθώ και όπου ρωτήσω
μου λένε όλοι ήρθε το τσίρκο
με ένα μαστίγιο κάνουνε κόλπα
παιδιά κοιτάνε με ανοιχτό το στόμα
οι θεατές τα ορμηνεύουν
ήρθε το τσίρκο και όλοι χορεύουν
άλλες, γυναίκες κοιτάνε μια γυάλα
διαβάζουν μοίρα και σου λένε τα άστρα
φακίρηδες που σπαθιά καταπίνουν
πατάνε σε καρφιά και μάτι δεν κλείνουν
θηριοδαμαστές με καλσόν Και βάτες
οι μαζορετες τους οι ακροβάτες
χοροπηδάνε δυο σε ένα άσπρο σεντόνι
δες εκτινάσσεται ο άνθρωπος κανόνι
στέκετε ένας σε σαράντα ποτήρια
και στο κεφάλι του γυρνάν πιάτα με ξύλα
ήρθε το τσίρκο χαράς ευαγγέλια
άντε, ελάτε! Είναι όλα τέλεια
τόσο τέλεια .

Δευτέρα
Το πολυτελούς
Παρασκευή
Δευτέρα
Βαλάντερ, το χωράφι των κρίκων !

Όπως οι υγρές στάλες της παιχνιδιάρικης ζωής άρχισαν να επιστρέφουν στον τόπο που ξεκίνησαν από το κάλεσμα του ευγενικού σούρουπου , και οι αγρότες μάζευαν τα εργαλεία τους , και καθώς απομακρύνονταν ,και το τραγούδι τους έφτανε απαλά πάνω στην χλόη ,και τα βήματα τους χάνανε από την απόσταση την ένταση τους και αφήνανε στον χώρο την αίσθηση της απαλότητας , η σιγαλιά απλώθηκε ευγενικά αγκαλιάζοντας το χωράφι, τότε, το δέντρο που έστεκε μέσα του , στη θέα του δειλινού είπε…
Ξεκίνησα πριν πολλά χρόνια από τα δάση της Ανδαλουσίας.
Ξεκίνησα πριν πολλά χρόνια από τα δάση της Ανδαλουσίας.
Έστεκα περήφανος καρπός στα κλαδιά του πρόγονου μου και μεγάλωνα μέσα στα τιτιβίσματα , και τα σοφίσματα των πουλιών που ταξιδεύουν όλη την γη, και μάθαινα από τις ιστορίες και τα τραγούδια τους, τι γίνετε σε όλη την πλάση…
Μας έλεγαν για την ομορφιά των εύπορων περιοχών της Αφρικής , και για τα ψηλά βουνά της Ευρώπης.
Μας έλεγαν για την ομορφιά των εύπορων περιοχών της Αφρικής , και για τα ψηλά βουνά της Ευρώπης.
Που διασχίζουν ποταμιά και τραγουδάνε στις ξέγνοιαστες πλευρές των βράχων γαργαλώντας και πειράζοντας τους καθώς κυλάνε στα πλάγια τους.
Και έτσι κρατώντας τους ζωντανούς και ξέγνοιαστους , αυτοί λάμπουνε ευτυχισμένοι μέσα στην ζεστασιά του ήλιου σηκώνοντας ψηλά την ξεγνοιασιά τους .
Και κάνουν τα πουλιά, που το ταξίδι τους τα φέρνει εκεί για να ξεδιψάσουν, να κελαηδάνε την μελωδία της ευτυχίας .
Και μας έλεγαν αυτά . Και άλλα ,πιότερα ,και μεγάλωνα και έτρεχε μέσα μου η δύναμη της θέλησης αγνή και διάφανη .
Και ωρίμαζα ακούγοντας τα , ώσπου μια μέρα κοκκίνισα από την επιθυμία μου και είπα!
Θέλω να πάω και γω ένα ταξίδι !
Τότε είναι που ήρθανε και με κόψανε ανθρώπινα χέρια , με έβαλαν σε ένα καφάσι ώριμο και ολοκληρωμένο και τα πουλιά , κάτω από τις αχτίδες του ηλίου
μου είπανε …
Το ταξίδι σου ξεκίνησε !
Αφού με ζύγιασαν μαζί με τα αδέλφια μου στον κόσμο των ανθρώπων με φορτώσανε σε ένα καράβι , και γνώρισα την θάλασσα και μου τραγούδησε και απάλυνε την αγωνία μου , και μόνο όταν με ηρέμισε , και μου θύμισε όλα τα τραγούδια των πουλιών που είχα ζήσει, μου είπε..
Είμαι η θάλασσα ,και ταξιδεύω τους καρπούς αυτού του κόσμου οδηγώντας τους στον προορισμό τους.
Θέλω να πάω και γω ένα ταξίδι !
Τότε είναι που ήρθανε και με κόψανε ανθρώπινα χέρια , με έβαλαν σε ένα καφάσι ώριμο και ολοκληρωμένο και τα πουλιά , κάτω από τις αχτίδες του ηλίου
μου είπανε …
Το ταξίδι σου ξεκίνησε !
Αφού με ζύγιασαν μαζί με τα αδέλφια μου στον κόσμο των ανθρώπων με φορτώσανε σε ένα καράβι , και γνώρισα την θάλασσα και μου τραγούδησε και απάλυνε την αγωνία μου , και μόνο όταν με ηρέμισε , και μου θύμισε όλα τα τραγούδια των πουλιών που είχα ζήσει, μου είπε..
Είμαι η θάλασσα ,και ταξιδεύω τους καρπούς αυτού του κόσμου οδηγώντας τους στον προορισμό τους.
Να θυμάσαι καρπέ , αν τώρα πονάς για την αποκοπή σου ότι για το τραγούδι μου είχες ακούσει , και τώρα το γνώρισες έχεις σκοπό να εκπληρώσεις και είναι η ώρα να συνεχίσεις! Γιατί με εμένα , εκεί που έπρεπε να φτάσεις . έφτασες !
Και πια ήξερα ότι η θάλασσα είναι καλή μαζί μου και κοκκίνισα λίγο περσότερο, ωριμάζοντας λίγο ακόμα!
Τότε ήταν που χέρια ανθρώπων έπιασαν το καφάσι που ήμουν , και το μετέφεραν σε μια αγορά και γνώρισα καλύτερα τους ανθρώπους γιατί τόσους πολλούς μαζί δεν είχα ξαναδεί. Και τότε ήταν τα χέρια μιας περήφανης κυράς που με έπιασαν , με σήκωσαν ψηλά και ένιωσα την ίδια στοργικότητα που ένιωθα στο δέντρο μου .
Και πια ήξερα ότι η θάλασσα είναι καλή μαζί μου και κοκκίνισα λίγο περσότερο, ωριμάζοντας λίγο ακόμα!
Τότε ήταν που χέρια ανθρώπων έπιασαν το καφάσι που ήμουν , και το μετέφεραν σε μια αγορά και γνώρισα καλύτερα τους ανθρώπους γιατί τόσους πολλούς μαζί δεν είχα ξαναδεί. Και τότε ήταν τα χέρια μιας περήφανης κυράς που με έπιασαν , με σήκωσαν ψηλά και ένιωσα την ίδια στοργικότητα που ένιωθα στο δέντρο μου .
Με κοίταξε, και την αποκάλεσα μάνα!
Και ενώ με βάζε στην τσάντα της κοκκίνισα , λίγο ακόμα , αυτή την φορά από ευτυχία και θυμήθηκα τα πιο όμορφα κελαϊδίσματα των πουλιών και ένιωσα τις διάφανες στάλες μου να κυλάνε ακόμα μέσα μου .
Και ενώ με βάζε στην τσάντα της κοκκίνισα , λίγο ακόμα , αυτή την φορά από ευτυχία και θυμήθηκα τα πιο όμορφα κελαϊδίσματα των πουλιών και ένιωσα τις διάφανες στάλες μου να κυλάνε ακόμα μέσα μου .
Με φέρε σε τούτο εδώ το χωράφι ,και με έδωσε στον γιο της ο οποίος με κατασπάραξε και μόνο όταν έφτασε στο πιο σκληρό σημείο μου ,θέλοντας να του δείξω την σκληρότητα αυτού που κάνει, με πέταξε εδώ σε ένα λάκκο και έφυγε.
Λερωμένος, μέσα στο χώμα και κατασπαραγμένος ένιωθα τον μεγαλύτερο
πόνο μου !
Τότε, ήρθε η μάνα και μου έριξε λίγο νερό , θυμίζοντας μου την θάλασσα με έπλυνε , και νιώθοντας ότι καθαγιάστηκα από τον κόσμο γαλήνεψα .
Τότε με σκέπασε. Και μετά χρονιά , έγινα αυτό εδώ το δέντρο .
Λερωμένος, μέσα στο χώμα και κατασπαραγμένος ένιωθα τον μεγαλύτερο
πόνο μου !
Τότε, ήρθε η μάνα και μου έριξε λίγο νερό , θυμίζοντας μου την θάλασσα με έπλυνε , και νιώθοντας ότι καθαγιάστηκα από τον κόσμο γαλήνεψα .
Τότε με σκέπασε. Και μετά χρονιά , έγινα αυτό εδώ το δέντρο .
Και έμαθα ότι αυτός είναι ο νόμος αυτού του σύμπαντος να περνάς από τον ενθουσιασμό στην σοφία σου και όταν αλλάξεις όλο αυτό αλλάζεις και την ύλη σου και τότε ξεχνάς .
Για αυτό οι άνθρωποι δεν θυμούνται!
Ούτε και τα δέντρα , μα εμένα την ιστορία μου την ξέρουν τα πουλιά και αιώνες τώρα την τραγουδούνε .
Και καθώς το σούρουπο πλησίαζε ευχαριστημένο από την κουβέντα του δέντρου οι πρώτες σταγόνες άπλωναν αφημένες πάνω στα φύλλα των λουλουδιών λέγοντας τους ότι είναι η ώρα να απολαύσουν, και αυτά δεχόμενα το πείραγμα τους νικώντας την ντροπή τους άρχισαν ελεύθερα να ευωδιάζουν ,τα σπαρτά στο χωράφι μίλησαν…
Εμείς ερχόμαστε από πολλά διαφορετικά μέρη , μας παίρνει ο άνεμος και μας στροβιλίζει και άλλοτε μας τρώνε τα πουλιά που τόσο αγαπάς , και άλλοτε μας πνίγει η θάλασσα !
Μα… είμαστε τόσα πολλά και από τόσους διαφορετικούς χρόνους και ερχόμαστε από τόσα διαφορετικά μέρη που μπορείς να πεις ότι έχουμε γνωρίσει τους αιώνες και τον κόσμο !
Έχουμε ζήσει τα μεγάλα ξεχασμένα βασίλεια που πια ανήκουν στους μύθους των ανθρώπων και έχουμε γνωρίσει ανατολές και ηλιοβασιλέματα μετρηθεί στη ζυγαριά της ζωής που ισορροπεί την γαλήνη με την οδύνη και ζήσει πολλές ιστορίες …
Τα περισσότερα από μας ερχόμαστε από τις πεδιάδες της ανατολής, το μαρτυρά και το χρώμα μας , μα μια ιστορία που μας αρέσει πολύ είναι του Μπαλέντερ ! του ταξιδευτή του κόσμου !
Στα παλιά χρόνια , ήμασταν ριζωμένα στην γη των βουνών της ανατολής , τα περισσότερα από μας , και ο άνεμος κάθε τόσο μας τραγουδούσε για τα περάσματα του από βράχια και σπηλιές , για τις νύχτες που ανακάτευε τις μυρωδιές για να βοηθήσει το κυνήγι των λύκων και έπειτα που ούρλιαζε μαζί τους.
Για τα νάζια που έκανε πάνω σε βράχους βλέποντας το κόκκινο της ανατολής και για τα απογεύματα που τα δέντρα τον καλούσαν να τους πει αν έχει νιώσει πιο όμορφη θαλπωρή από αυτή που οι δροσοστάλες προτάγγιζαν τα φύλλα ολοκληρώνοντας την προσμονή και το κάλεσμα της δίψας της μέρας και αυτός, αλάφρωνε και έστεκε απαλά πάνω τους δείχνοντας την ομορφιά που εισέπραττε και αυτά απαλά ικανοποιημένα του θροΐζανε …
Έπειτα μας έλεγε πως θέλει να μας δείξει αυτά τα μέρη και μας καλούσε…
Ελάτε! Ελάτε! Πάμε ! Έλεγε …
Και όταν μας έπειθε κάτω από την ευγένεια μα και την μανία του για ταξίδι αποκοβόμασταν και φεύγαμε μαζί του …Ταξίδια στον άνεμο!
Μα… όπως είπαμε στην αρχή εμάς η θάλασσα μας πνίγει , και αφού μας πέρασε από τα βουνά και μας έδειξε αυτά που ήθελε μας πέρασε στην θάλασσα και πολλά από μας αποκαμωμένα από την ευχαρίστηση του ταξιδιού και μπροστά στην άγνοια του τι αντιμετωπίζαμε πέσαμε κουρασμένα μέσα της και πολλά χαθήκαμε και όσα μείναμε στην επιφάνια γίναμε τροφή για τα ψάρια της και τα πουλιά . και τότε φάνηκε ο Μπαλέντερ!
Ο Μπαλέντερ ήταν ένα θαλασσοπούλι όμορφο και περήφανο που ταξίδευε την θάλασσα και καταμεσής του πελάγους όπου βρισκόμασταν είδαμε από μακριά να απλώνει τα φτερά του και πηγαίνοντας κατά το μέρος μας και πότε δεξιά ποτέ αριστερά μας πλησίαζε και ένας από μας βλέποντας το όμορφο πέταγμα του είπε …
Ο σωτήρας μας!
Τότε το πουλί άνοιξε το ράμφος του κοιτώντας μας με τα διαπεραστικά μάτια του που δεν λαθεύουν και τον έφαγε!
Και έφαγε πολλούς από εμάς και αφού χόρτασε χτυπώντας τις φτερούγες του έπιασε μερικά από εμάς και ενώ θρηνούσαμε για τον σίγουρο χαμό μας, μας μετέφερε στην ξηρά.
Για αυτό οι άνθρωποι δεν θυμούνται!
Ούτε και τα δέντρα , μα εμένα την ιστορία μου την ξέρουν τα πουλιά και αιώνες τώρα την τραγουδούνε .
Και καθώς το σούρουπο πλησίαζε ευχαριστημένο από την κουβέντα του δέντρου οι πρώτες σταγόνες άπλωναν αφημένες πάνω στα φύλλα των λουλουδιών λέγοντας τους ότι είναι η ώρα να απολαύσουν, και αυτά δεχόμενα το πείραγμα τους νικώντας την ντροπή τους άρχισαν ελεύθερα να ευωδιάζουν ,τα σπαρτά στο χωράφι μίλησαν…
Εμείς ερχόμαστε από πολλά διαφορετικά μέρη , μας παίρνει ο άνεμος και μας στροβιλίζει και άλλοτε μας τρώνε τα πουλιά που τόσο αγαπάς , και άλλοτε μας πνίγει η θάλασσα !
Μα… είμαστε τόσα πολλά και από τόσους διαφορετικούς χρόνους και ερχόμαστε από τόσα διαφορετικά μέρη που μπορείς να πεις ότι έχουμε γνωρίσει τους αιώνες και τον κόσμο !
Έχουμε ζήσει τα μεγάλα ξεχασμένα βασίλεια που πια ανήκουν στους μύθους των ανθρώπων και έχουμε γνωρίσει ανατολές και ηλιοβασιλέματα μετρηθεί στη ζυγαριά της ζωής που ισορροπεί την γαλήνη με την οδύνη και ζήσει πολλές ιστορίες …
Τα περισσότερα από μας ερχόμαστε από τις πεδιάδες της ανατολής, το μαρτυρά και το χρώμα μας , μα μια ιστορία που μας αρέσει πολύ είναι του Μπαλέντερ ! του ταξιδευτή του κόσμου !
Στα παλιά χρόνια , ήμασταν ριζωμένα στην γη των βουνών της ανατολής , τα περισσότερα από μας , και ο άνεμος κάθε τόσο μας τραγουδούσε για τα περάσματα του από βράχια και σπηλιές , για τις νύχτες που ανακάτευε τις μυρωδιές για να βοηθήσει το κυνήγι των λύκων και έπειτα που ούρλιαζε μαζί τους.
Για τα νάζια που έκανε πάνω σε βράχους βλέποντας το κόκκινο της ανατολής και για τα απογεύματα που τα δέντρα τον καλούσαν να τους πει αν έχει νιώσει πιο όμορφη θαλπωρή από αυτή που οι δροσοστάλες προτάγγιζαν τα φύλλα ολοκληρώνοντας την προσμονή και το κάλεσμα της δίψας της μέρας και αυτός, αλάφρωνε και έστεκε απαλά πάνω τους δείχνοντας την ομορφιά που εισέπραττε και αυτά απαλά ικανοποιημένα του θροΐζανε …
Έπειτα μας έλεγε πως θέλει να μας δείξει αυτά τα μέρη και μας καλούσε…
Ελάτε! Ελάτε! Πάμε ! Έλεγε …
Και όταν μας έπειθε κάτω από την ευγένεια μα και την μανία του για ταξίδι αποκοβόμασταν και φεύγαμε μαζί του …Ταξίδια στον άνεμο!
Μα… όπως είπαμε στην αρχή εμάς η θάλασσα μας πνίγει , και αφού μας πέρασε από τα βουνά και μας έδειξε αυτά που ήθελε μας πέρασε στην θάλασσα και πολλά από μας αποκαμωμένα από την ευχαρίστηση του ταξιδιού και μπροστά στην άγνοια του τι αντιμετωπίζαμε πέσαμε κουρασμένα μέσα της και πολλά χαθήκαμε και όσα μείναμε στην επιφάνια γίναμε τροφή για τα ψάρια της και τα πουλιά . και τότε φάνηκε ο Μπαλέντερ!
Ο Μπαλέντερ ήταν ένα θαλασσοπούλι όμορφο και περήφανο που ταξίδευε την θάλασσα και καταμεσής του πελάγους όπου βρισκόμασταν είδαμε από μακριά να απλώνει τα φτερά του και πηγαίνοντας κατά το μέρος μας και πότε δεξιά ποτέ αριστερά μας πλησίαζε και ένας από μας βλέποντας το όμορφο πέταγμα του είπε …
Ο σωτήρας μας!
Τότε το πουλί άνοιξε το ράμφος του κοιτώντας μας με τα διαπεραστικά μάτια του που δεν λαθεύουν και τον έφαγε!
Και έφαγε πολλούς από εμάς και αφού χόρτασε χτυπώντας τις φτερούγες του έπιασε μερικά από εμάς και ενώ θρηνούσαμε για τον σίγουρο χαμό μας, μας μετέφερε στην ξηρά.
και με τα χρόνια στεριώσαμε, μας ξανά ταξιδέψε ο άνεμος ,και φτάσαμε σε αυτό εδώ το χωράφι !
Χάρις στον Μπαλέντερ ! τον ταξιδευτή των θαλασσών !
Που με το χτύπημα του μας κορύφωσε την απόγνωση, και με το φτερούγισμα του μας έδωσε την σωτηρία.
Γιατί τι άλλο είναι η σωτηρία εκτός από ένα πέταγμα μακριά από της θάλασσες της απόγνωσης!
Και το φεγγάρι φάνηκε στον ουρανό , και με το φως του ζήτησε από τους γρύλους να τραγουδήσουν .
Τότε το χώμα είπε …
Χα! Ούτε και γω είμαι από δω και όλο αυτό που εσείς βλέπετε πάνω μου καθαγιασμένο κάποτε θεωρούταν καταραμένο ! Γιατί μέσα μου έχει θαφτεί ο Ζουκ ζουμα ουμα ντιλ!
Χάρις στον Μπαλέντερ ! τον ταξιδευτή των θαλασσών !
Που με το χτύπημα του μας κορύφωσε την απόγνωση, και με το φτερούγισμα του μας έδωσε την σωτηρία.
Γιατί τι άλλο είναι η σωτηρία εκτός από ένα πέταγμα μακριά από της θάλασσες της απόγνωσης!
Και το φεγγάρι φάνηκε στον ουρανό , και με το φως του ζήτησε από τους γρύλους να τραγουδήσουν .
Τότε το χώμα είπε …
Χα! Ούτε και γω είμαι από δω και όλο αυτό που εσείς βλέπετε πάνω μου καθαγιασμένο κάποτε θεωρούταν καταραμένο ! Γιατί μέσα μου έχει θαφτεί ο Ζουκ ζουμα ουμα ντιλ!
Ο μεγαλύτερος προφήτης του κόσμου ο οποίος καταδικάστηκε με την κατάρα των ανθρώπων ! Και τότε, για μια στιγμή μόνο, οι γρύλοι σώπασαν το τραγούδι τους , και έπειτα το δέντρο θρόϊσε , καλώντας το χώμα να πει την ιστορία του ένα πουλί που κούρνιασε στα φύλλα του απέραντου δάσους έκρωξε, και το χώμα είπε…
Τις εποχές που οι άνθρωποι τα μυστικά της φωτιάς πάλευαν ακόμα να μάθουν και το σίδερο είχε πρωτομπεί στην ζωή τους , γεννήθηκε στο αρχαίο δάσος που μετά κατοίκισαν οι Σουμέριοι γεννήθηκε ο Ζουκ ζουμα ουμα ντιλ!
Σοφός και έναστρος από τα πρώτα του χρόνια έμαθε την ιστορία του κόσμου από τα πουλιά τον ήλιο, το φεγγάρι και τα ποτάμια και έπειτα πιάστηκε να μελετά τα αστέρια την βαρύτητα και τις επιρροές της πάνω στην πλάση .
Και όσο πιο πολλά μυστήρια έλυνε , τόσο πιο δυνατός γινότανε ,και συνάμα πιο χρήσιμος στην πολιτεία του.
Και έφτασε να προβλέπει τον χρόνο και να εξαϋλώνεται και το βραδύ της απόλυτης φώτισης του όλοι στην πόλη του γλεντούσανε και πίνανε ευτυχισμένοι.
Τις εποχές που οι άνθρωποι τα μυστικά της φωτιάς πάλευαν ακόμα να μάθουν και το σίδερο είχε πρωτομπεί στην ζωή τους , γεννήθηκε στο αρχαίο δάσος που μετά κατοίκισαν οι Σουμέριοι γεννήθηκε ο Ζουκ ζουμα ουμα ντιλ!
Σοφός και έναστρος από τα πρώτα του χρόνια έμαθε την ιστορία του κόσμου από τα πουλιά τον ήλιο, το φεγγάρι και τα ποτάμια και έπειτα πιάστηκε να μελετά τα αστέρια την βαρύτητα και τις επιρροές της πάνω στην πλάση .
Και όσο πιο πολλά μυστήρια έλυνε , τόσο πιο δυνατός γινότανε ,και συνάμα πιο χρήσιμος στην πολιτεία του.
Και έφτασε να προβλέπει τον χρόνο και να εξαϋλώνεται και το βραδύ της απόλυτης φώτισης του όλοι στην πόλη του γλεντούσανε και πίνανε ευτυχισμένοι.
και αν εκείνη την νυχτα γίνανε κανά δυο εγκλήματα δεν κατηγόρησε το επόμενο πρωινό κανείς κανένα !
Μόνο η μάνα του μικρού κοριτσιού που είχαν βιάσει και λιώσει το κεφάλι της με πέτρα δεν άντεξε τον στεναγμό της και πήδηξε από το βουνό στο απόλυτο τίποτα !
Τέσσερα χρονιά πέρασαν και οι κάτοικοι ζούσαν κάτω από την ευλογιά του Ζουκ ζουμα ουμα ντιλ.
Μόνο η μάνα του μικρού κοριτσιού που είχαν βιάσει και λιώσει το κεφάλι της με πέτρα δεν άντεξε τον στεναγμό της και πήδηξε από το βουνό στο απόλυτο τίποτα !
Τέσσερα χρονιά πέρασαν και οι κάτοικοι ζούσαν κάτω από την ευλογιά του Ζουκ ζουμα ουμα ντιλ.
που όποτε ήθελε εξαϋλωνόταν και ταξίδευε στον αέρα και μιλούσε με τις μορφές και τις δυνάμεις αυτού του κόσμου...
και μια μέρα συνάντησε το πνεύμα της μάνας…
Εσύ φταις του είπε !
Εσύ !
Που μέσα στην απόλυτη φώτιση σου δεν προέβλεψες πως κάποιοι από αυτούς που θα σε ακολουθήσουν ξεπερνώντας τα όρια τους θα μπορούσαν να διαπράξουν εγκλήματα !
Και πολύ στεναχωρήθηκε ο Ζουκ ζουμα ουμα ντιλ .
Εσύ φταις του είπε !
Εσύ !
Που μέσα στην απόλυτη φώτιση σου δεν προέβλεψες πως κάποιοι από αυτούς που θα σε ακολουθήσουν ξεπερνώντας τα όρια τους θα μπορούσαν να διαπράξουν εγκλήματα !
Και πολύ στεναχωρήθηκε ο Ζουκ ζουμα ουμα ντιλ .
και ένιωσε συννεφιά γύρω του , και κατέβηκε από τον αέρα και πάτησε τα πόδια του στην γη , και τότε γύρισε στον λαό του και είπε ...
Τα χρόνια της χαράς πέρασαν !
Και σιγά, σιγά ένα σύννεφο άρχισε να τους σκεπάζει.
Τα χρόνια της χαράς πέρασαν !
Και σιγά, σιγά ένα σύννεφο άρχισε να τους σκεπάζει.
και τα ζώα αρρώστησαν.
και έπειτα τα σπαρτά ,και οι άνθρωποι!
και αποφάσισαν τότε να απαρνηθούν τον Ζουκ ζουμα ουμα ντιλ και να γυρίσουν στους παλιούς θεούς τους.
και για να δεχτούν την προσφορά τους να γυρίσουν ,να θυσίασαν όλους τους πιστούς του, και στο τέλος και τον ίδιο τον προφήτη.
Tον θάψαν σε χώματα τα οποία καταραστήκαν.
Έτσι τον φέρανε στα χώματα μου, και τον αγκάλιασα σφιχτά σαν μάνα, και για αιώνες ούτε άνθρωπος ούτε ζώο πάτησε πάνω μου.
Έτσι τον φέρανε στα χώματα μου, και τον αγκάλιασα σφιχτά σαν μάνα, και για αιώνες ούτε άνθρωπος ούτε ζώο πάτησε πάνω μου.
Μα η πολιτεία τους παράκμασε, και καταστράφηκε ολοσχερώς, και μετά από άλλους τόσους χρόνους, κι αφού οι Ευρωπαίοι βρήκανε τα απομεινάρια αυτού του ζοφερού πολισμού ,αποφάσισαν να τον καταστρέψουν και να πάρουν ακόμα και το χώμα από κει να το σκορπίσουν στην Ευρώπη, ώστε τίποτα να μην θυμίζει το τι υπήρχε εκεί.
Μα εδώ όταν με φέρανε εσείς ήρθατε και με αγκαλιάσατε γεμίζοντας με εφορεία και απαλύνοντας τον πόνο μου.
Μα εδώ όταν με φέρανε εσείς ήρθατε και με αγκαλιάσατε γεμίζοντας με εφορεία και απαλύνοντας τον πόνο μου.
Οι σπόροι της καλοσύνης σας φύτρωσαν, νικώντας την κατάρα του μακρινού πολιτισμού, δίνοντας τροφή και χαρά στους ανθρώπους! Και όλα ξεχάστηκαν γιατί οι άνθρωποι ξεχνάνε !Μα για αυτό , πια μαζί με τον Ζουκ ζουμα ουμα ντιλ σας ευχαριστούμε !
Και το φεγγάρι που είχε σηκωθεί ψηλότερα χάδεψε με το φως του το χωράφι και φώτισε τον βράχο που έστεκε στην άκρη, τότε αυτός είπε!
Όλες η ιστορίες που είπατε είναι από μακρινούς τόπους θα σας πω μια ιστορία για αυτόν τον τόπο…
Και τότε η σιγαλιά σώπασε περισσότερο απλώνοντας στα φύλλα και οι γρύλοι ξανάρχισαν το τραγούδι τους μερικές στάλες κύλησαν και έκατσαν στην χλόη …
Εδώ ήμασταν πάντα μια εύπορη γη...
Και το φεγγάρι που είχε σηκωθεί ψηλότερα χάδεψε με το φως του το χωράφι και φώτισε τον βράχο που έστεκε στην άκρη, τότε αυτός είπε!
Όλες η ιστορίες που είπατε είναι από μακρινούς τόπους θα σας πω μια ιστορία για αυτόν τον τόπο…
Και τότε η σιγαλιά σώπασε περισσότερο απλώνοντας στα φύλλα και οι γρύλοι ξανάρχισαν το τραγούδι τους μερικές στάλες κύλησαν και έκατσαν στην χλόη …
Εδώ ήμασταν πάντα μια εύπορη γη...
Και κανένας λιμός η βία δεν είχε γνωρίσει την περιοχή μας εκτός από ένα πόλεμο, ήταν οι βροχές που μας προετοίμασαν για αυτόν .
Άρχισαν και έπεφταν πιο λυπημένες στο χώμα μας, και άλλοτε πιο επαναστατικές, ώσπου οι άνθρωποι δεν άντεξαν πήραν τα σπαθιά τους και ξεχυθήκαν στους αγρούς !
Αλάλαζαν και έβγαζαν την γλώσσα τους επιδεικτικά στον άνεμο και τότε ήταν που ξεχύθηκε η μαύρη θύελλα !
Κεραυνοί και αστραπές! Μανιασμένοι άνεμοι, χαλάζι,και παγερό ψύχος απλώθηκαν παντού! Και οι άνθρωποι πολεμούσαν παγωμένοι, και αφού εξασθένησαν, τα ζώα του δάσους βγήκανε από τα λημέρια τους, τους επιτεθήκαν, και τους έφαγαν όλους!
Μονό όταν το κακό χόρτασε η κατάσταση ηρέμισε και με τα χρόνια ξεχάστηκε .
Τώρα πια τα ζώα έχουν φύγει και ζουν σε πιο απομακρυσμένες περιοχές μαζί με αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν κακό!
Πια στην μέση του ολόφωτου χωραφιού που βρισκόταν ο τρελός του χωριού είπε!
Αλίμονο! Η φύση μέσα στη σοφία της ,αποφάσισε να κάνει σώμα των πλασμάτων όλα τα στοιχεία της ισοδύναμα!
Άρχισαν και έπεφταν πιο λυπημένες στο χώμα μας, και άλλοτε πιο επαναστατικές, ώσπου οι άνθρωποι δεν άντεξαν πήραν τα σπαθιά τους και ξεχυθήκαν στους αγρούς !
Αλάλαζαν και έβγαζαν την γλώσσα τους επιδεικτικά στον άνεμο και τότε ήταν που ξεχύθηκε η μαύρη θύελλα !
Κεραυνοί και αστραπές! Μανιασμένοι άνεμοι, χαλάζι,και παγερό ψύχος απλώθηκαν παντού! Και οι άνθρωποι πολεμούσαν παγωμένοι, και αφού εξασθένησαν, τα ζώα του δάσους βγήκανε από τα λημέρια τους, τους επιτεθήκαν, και τους έφαγαν όλους!
Μονό όταν το κακό χόρτασε η κατάσταση ηρέμισε και με τα χρόνια ξεχάστηκε .
Τώρα πια τα ζώα έχουν φύγει και ζουν σε πιο απομακρυσμένες περιοχές μαζί με αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν κακό!
Πια στην μέση του ολόφωτου χωραφιού που βρισκόταν ο τρελός του χωριού είπε!
Αλίμονο! Η φύση μέσα στη σοφία της ,αποφάσισε να κάνει σώμα των πλασμάτων όλα τα στοιχεία της ισοδύναμα!
Και οι άνθρωποι μέσα στην εφυεία τους, θέλουν να τα γνωρίσουν .
Και όσο προχωρούν και γνωρίζουν, τόσο απομακρύνονται κάτω από την δύναμη τους από τον εαυτό τους!
Και κάποια στιγμή χάνονται και έχουν άπειρη γνώση και ένα χαμένο εαυτό!
Η σιγαλιά απλώθηκε παντού και ως την ανατολή της μέρας μόνο οι γρύλοι συνεχίσανε το τραγούδι τους .
Με το πρώτο φως του ήλιου οι καρποί του δέντρου κοκκινίζοντας είπανε !
Θέλουμε και εμείς να πάμε ένα ταξίδι!
Τότε ήταν, που τα χέρια των ανθρώπων τα κόψανε , τα βάλανε σε καφάσια και τα μετέφεραν μακριά!
Η σιγαλιά απλώθηκε παντού και ως την ανατολή της μέρας μόνο οι γρύλοι συνεχίσανε το τραγούδι τους .
Με το πρώτο φως του ήλιου οι καρποί του δέντρου κοκκινίζοντας είπανε !
Θέλουμε και εμείς να πάμε ένα ταξίδι!
Τότε ήταν, που τα χέρια των ανθρώπων τα κόψανε , τα βάλανε σε καφάσια και τα μετέφεραν μακριά!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



